SNOWPIERCER :Ένα ταξίδι μέσα από πάγο και αίμα στην κατάντια της ανθρωπότητας.

by Αντρέι Κοτσεργκίν 

Το Snowpiercer ενώ άνετα θα μπορούσε να βολευτεί και να κάνει την δουλειά του ακολουθώντας μια ξέφρενη αλλά πεπατημένη διαδρομή σε στυλ «MAD MAX στις παγωμένες ράγες» επιλέγει να χαράξει τον δικό του θλιβερό και αιματοβαμμένο δρόμο. Δυστοπικό, παγωμένο, βίαιο και ελάχιστα ελπιδοφόρο. Μια αμαξοστοιχία που δεν φοβάται να ξεκινήσει μια ξέφρενη διαδρομή επάνω σε ένα στρώμα λεπτού, εύθραυστου πάγου και όχι μόνο δεν συγκρούεται και δεν βυθίζεται πατώντας επάνω στα χνάρια του post apocalyptic κινηματογραφικού παρελθόντος αλλά καταφέρνει να φέρει νέα πρωτότυπα και τρομερά στοιχεία στο είδος.

snowpiercer_ext__r_rieur-0-2000-0-1125-crop

Το 2014 ,σε μια απέλπιδα προσπάθεια να καταπολεμηθεί το φαινόμενο του θερμοκηπίου και οι ανεξέλεγκτες διαστάσεις που έχει πάρει, οι κυβερνήσεις αποφασίζουν να ψεκάσουν την ατμόσφαιρα με ένα χημικό που θα επαναφέρει τις θερμοκρασίες στα επιθυμητά πλαίσια. Το πείραμα όμως στραβώνει άσχημα και ο πλανήτης πέφτει σε μια δεύτερη εποχή των παγετώνων. Το μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού βρίσκει φριχτό θάνατο και μονάχα μια μικρή ομάδα ανθρώπων καταφέρνει να επιβιώσει όταν επιβιβάζεται στην υπερσύγχρονη αμαξοστοιχία του εκκεντρικού εκατομμυριούχου Willford (Ed Harris). Όμως το γεγονός ότι οι περισσότεροι από αυτούς επιβιβάστηκαν στο τραίνο χωρίς να πληρώσουν το υψηλό κόστος του εισιτηρίου τους καθιστά αυτόματα μια ενόχληση στα μάτια των νόμιμων και προνομιούχων επιβατών οι οποίοι τους θεωρούν αλήτες και παράσιτα και τους αφήνουν στο έλεος της μοίρας τους όταν τους εγκλωβίζουν στο τελευταίο βαγόνι της αμαξοστοιχίας. 18 χρόνια αργότερα οι εξαθλιωμένοι και αποδεκατισμένοι επιβάτες της «οικονομικής θέσης» σχεδιάζουν την επανάσταση τους ενάντια στους προνομιούχους μπάσταρδους της «πρώτης θέσης». Όμως για να έχει ο αγώνας τους την παραμικρή πιθανότητα επιτυχίας πρέπει πρώτα να πείσουν τον σκεπτικό Curtis  (Chris Evans) να γίνει ο ηγέτης που χρειάζονται…

chris-evans-in-snowpiercer

Ο Κορεάτης σκηνοθέτης Bong Joon-ho παίρνει το γαλλικό comic Le Transperceneige των Jacques Lob και  Jean-Marc Rochette και το μετατρέπει σε ένα ασταμάτητο τραίνο – κιβωτό που το χαρακτηρίζουν οι τρομαχτικές κοινωνικές ανισότητες. Από την μια έχεις τους προνομιούχους «της πρώτης θέσης» που ζουν μέσα σε μια απερίγραπτη χλιδή, τρώγοντας σούσι και κάνοντας rave party υπό την επήρεια ενός συνθετικού βιομηχανικού ναρκωτικού με την ονομασία Kronol και από την άλλη έχεις τους εξαθλιωμένους «τζαμπατζήδες της οικονομικής θέσης» να κρυώνουν και να λιμοκτονούν στο τελευταίο βαγόνι. Ο σκηνοθέτης καταφέρνει ,σε λίγα μόλις λεπτά, να σε κάνει να καταλάβεις αυτή την τρομακτική και χαώδη ανισότητα που χαρακτηρίζει τις δυο πλευρές του ίδιου τραίνου και στην πορεία φροντίζει η εξαθλίωση τον επιβατών της «οικονομικής θέσης» όχι μόνο να μην έχει τελειωμό αλλά να σου φαίνεται ακόμη πιο φοβερή με κάθε βήμα που κάνουν σε ένα από τα επόμενα χλιδάτα βαγόνια. Η σκηνή όπου οι μη προνομιούχοι ανακαλύπτουν το μυστικό συστατικό από το οποίο παράγονται οι μπάρες πρωτεΐνης με τις οποίες τους τρέφουν τόσα χρόνια οι προνομιούχοι σε κάνει απλά να σκέφτεσαι από μέσα σου ότι αν βρισκόσουν ποτέ σου σε ανάλογη περίσταση τότε πολύ απλά ΔΕΝ θα ήθελες κανέναν να σου ζωγραφίσει την τραγική αλήθεια της ζωής σου…

Ίσως όμως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του Snowpiercer είναι ο τρόπος με τον οποίο βλέπουν οι προνομιούχοι τους επιβάτες του τελευταίου βαγονιού. Αρχικά τους αντιμετωπίζουν ως εξαθλιωμένα παράσιτα τα οποία περιμάζεψαν από έναν σκληρό και βέβαιο θάνατο και αφού τους γδύσουν από τα αγαθά τους, τους αφήνουν έρμαια της μοίρας τους. Οι φτωχοί εξαθλιωμένοι από την πείνα καταλήγουν να κανιβαλίζονται μεταξύ τους σε μια προσπάθεια προσωρινής και ενστικτώδους επιβίωσης. Όταν όμως μέσα από την προσωπική και κυριολεκτικά σαρκική θυσία ενός συγκεκριμένου ατόμου η παράνοια και η απελπισία παγώνουν και η συμπάθεια και η αλληλεγγύη επιστρέφουν στο βαγόνι σαν μικρές και απρόσμενες αχτίδες ζεστού φωτός τότε αλλάζει απότομα και η προσέγγιση των χορτάτων προνομιούχων απέναντι στο βάρος που κουβαλάνε στον «πισινό» τους. Αρχίζουν να τους χειραγωγούν και να τους χρησιμοποιούν προς όφελος τους. Τους βλέπουν σαν αναλώσιμα γρανάζια που θα υπηρετούν την Ιερή Μηχανή όμως ποτέ δεν τους αφήνουν να αισθανθούν χρήσιμοι και πολύτιμοι ώστε να παραμείνουν υπάκουα και δίχως απαιτήσεις εξαρτήματα μέχρι το τέλος της διαδρομής τους. Τους διατηρούν ζωντανούς παρέχοντας τους τα στοιχειώδη βασικά αγαθά όμως παράλληλα τους αφήνουν θαμμένους στην εξαθλίωση τους. Και όποτε κριθεί απαραίτητο φροντίζουν να τους πειθαρχούν με τον πιο σκληρό τρόπο…

 

Bong Joon-ho μέσα από την διαδρομή που μας κάνει ανάμεσα στα βαγόνια της ταινίας του καταφέρνει να μας παρουσιάσει μια υπερβολική αλλά ταυτόχρονα ανατριχιαστικά εύστοχη μικρογραφία της κοινωνίας μας. Η αντιμετώπιση που έχουν τα «ρεμάλια» της τελευταίας θέσης από τους «χλιδάτους»της πρώτης θα μπορούσε άνετα να χαρακτηρίσει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζαν πάντα οι κυβερνήσεις, οι δικτάτορες, οι αρχές αλλά και οι εργοδότες τους ανθρώπους των κατώτερων τάξεων : Ως ένα ενοχλητικό αλλά απαραίτητο εργατικό δυναμικό που όμως ποτέ του δεν πρέπει να καταλάβει την πραγματική του αξία ώστε να παραμείνει πειθαρχημένο.

Όμως ο σκηνοθέτης σε καμία περίπτωση δεν ξεχνάει ότι μια ταινία πρέπει να είναι και διασκεδαστική. Ποτέ του δεν ζορίζει την θεματολογία του και δεν προσπαθεί να σου επιβάλλει το μήνυμα του. Λέει ακριβώς αυτά που θέλει να με πει με λίγα λόγια και σταράτα ενώ στο ενδιάμεσο φροντίζει να σε ψυχαγωγεί με μπόλικη δράση και αίμα. Η σκηνή με την μεγάλη αιματηρή μάχη σε ένα από τα μεσαία βαγόνια είναι απλά από τις καλύτερες που έχουμε δει στο είδος. Εκπληκτικές είναι και οι λεπτομέρειες που χρησιμοποιεί όπως η σκηνή όπου πριν την μάχη οι μπράβοι του Wilford φροντίζουν να βουτήξουν τις λεπίδες τους στο αίμα ενός ξεκοιλιασμένου ψαριού, μια κίνηση που θυμίζει κάποιο πρωτόγονο πολεμικό τελετουργικό ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί ως ένας ιδανικός συμβολισμός του ψαριού που κολυμπάει κόντρα στο ρέμα ή η σκηνή όπου ο Minsu κάνει ένα από τα δυο «τελευταία τσιγάρα στην γη» προκαλώντας την ζήλια και την απόγνωση των υπολοίπων. Μια σκηνή που φαντάζει εξαιρετικά αστεία που όμως κανένας καπνιστής δεν θα ήθελε να την ζήσει.

snowpiercer-poster

Σε επίπεδο ερμηνειών το cast είναι υπερβολικά αξιόλογο. Ο Chris Evans αφήνει ένα άκρως δυστοπικό μούσι και φροντίζει να αποτινάξει την καλογυαλισμένη ηρωική εικόνα του Captain America πετώντας την έξω από το τραίνο και αφήνοντας την να πεθάνει από τα κρυοπαγήματα. Ο «ήρωας» του ενώ είναι άκρως ικανός και μάχιμος ειλικρινά δεν μπορείς να αποφασίσεις αν είναι ένας τύπος τον οποίο θέλεις να ακολουθήσεις στην μάχη. Ειδικά όταν τον βλέπεις στο φινάλε να σου εξομολογείται το μακάβριο παρελθόν του πιθανότατα θα καταλήξεις να τον αντιπαθείς και να τον λυπάσαι. Και όμως μέσα σου συνεχίζεις να ελπίζεις ότι έστω και έτσι θα καταφέρει να επιτύχει μια κάθαρση. Απολαυστική είναι η Tilda Swinton που υποδύεται την «Υπουργό Mason», το δεξί χέρι του μεγάλου Ηγέτη Willford. Ο χαρακτήρας της ενώ από την μια αποτελεί μια σουρεαλιστική καρικατούρα βγαλμένη κατευθείαν από τις σελίδες ενός comic ταυτόχρονα αποτελεί και ένα άκρως χαρακτηριστικό, τρομαχτικό και απεχθές προϊόν της νέας τάξης πραγμάτων. Και φυσικά υπάρχει και ο μεγάλος «Κακός» Willford του Ed Harris. Ο Harris δημιουργεί μια αρκετά … «Ζεν» αλλά και μηδενιστική περσόνα. Για τον Willford υπάρχει μονάχα ένας σκοπός στην ζωή : Να τροφοδοτείται και να δουλεύει συνεχώς η μεγάλη Ιερή Μηχανή του. Δεν έχει καμία σημασία πόσο βαρύ είναι το κόστος ή ποίος θα συνεχίσει να την τροφοδοτεί… Ο Willford αντιμετωπίζει το τραίνο του σαν μια φυσική συνέχεια της ανθρώπινης κοινωνίας, τουλάχιστον όπως εκείνος την αντιλαμβάνεται, και το φροντίζει σαν ένα ζωντανό οικοσύστημα που πρέπει πάση θυσία να συντηρηθεί. Ακόμη και αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να πεθάνει ένα μεγάλο κομμάτι των ανθρώπων που το αποτελούν και που «απειλούν» την ομαλή του λειτουργία. Ο Harris αν και εμφανίζεται στο φινάλε της ταινίας κατορθώνει να κλέψει τις εντυπώσεις.

3gznndh

Και μιας και μιλάμε για το φινάλε, η τρίτη πράξη της ταινίας του Bong δίχασε το κοινό της. Πολλοί το θεώρησαν δυσνόητο και αντικλιμακτικό. Ίσως επειδή δεν το κατανόησαν ή επειδή δεν ήθελαν καν να μπουν στον «κόπο» να το επεξεργαστούν. Ίσως πολύ απλά ήθελαν την τυπική μεγάλη τελική μάχη μεταξύ του καλού και του κακού. Όμως στο Snowpiercer δεν υπάρχει «Καλός» και «Κακός». Και όμως ο σκηνοθέτης μας δίνει την «μάχη» μόνο που δεν περιέχει όπλα και σπαθιά. Αυτά μας τα έδωσε απλόχερα πιο πριν. Στο τέλος ο Bong μας βάζει να παλεύουμε μεταξύ μας,μαζί με τους χαρακτήρες του, στην πραγματική «μεγάλη μάχη» των ιδεολογιών, των προσωπικών αντιλήψεων σχετικά με το περιβάλλον,του τρόπου ζωής μας, των κοινωνικών τάξεων, της αμφιβολίας, του φόβου και της καθημερινότητας. Και ίσως αυτό να είναι και το πιο σκληρό κομμάτι του Snowpiercer, ότι η δυστοπία που μας δείχνει, εν κίνηση μέσα από τα παγωμένα παράθυρα, ίσως να μην βρίσκεται και τόσο μακριά μας.

snowpiercer-003-nocrop-w529-h316

 

Advertisements

One thought on “SNOWPIERCER :Ένα ταξίδι μέσα από πάγο και αίμα στην κατάντια της ανθρωπότητας.

Add yours

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: