FIGHT CLUB : Σπάμε τους δυο πρώτους κανόνες και μιλάμε για Αναρχία, Χάος και … Σαπούνι.

by Αντρέι Κοτσεργκίν

‘His name is Robert Paulson. His name is Robert Paulson. His name is Robert Paulson. His name is…’

Στις μέρες μας το όνομα του (όχι και τόσο) αδικοχαμένου Robert Paulson εξακολουθεί να ψιθυρίζεται μυσταγωγικά και να ακούγεται μέσα σε μπαρ-καταγώγια, απομονωμένους  διαδρόμους πολυεθνικών εταιρειών, αίθουσες ανακρίσεων, σκοτεινά πάρκινγκ εστιατορίων και σε υπόγειες μυστικές λέσχες πάλης. Και αυτό δεν συμβαίνει επειδή ο Robert ήταν κάνα άτομο υψηλού κύρους, ίσα ίσα ένας ευτραφής χαζούλης πρώην χρήστης αναβολικών που είχε και δυο τεράστια γυναικεία βυζιά ήταν, ούτε επειδή ‘στον Θάνατο κάθε μέλος της επιχείρησης ΧΑΟΣ έχει ένα όνομα’

Όχι το όνομα ‘Robert Paulson’ παραμένει ζωντανό επειδή ύστερα από 18 χρόνια το FIGHT CLUB των Chuck Palahniuk, David Fincher, Edward Norton και Brad Pitt παραμένει το ίδιο (ίσως και περισσότερο) ισχυρό, χαοτικό και επίκαιρο όσο και την πρώτη μέρα που κυκλοφόρησε.

fight_club_soap_text_red_338_1920x1080

 

‘The things you own end up owning you.’

Το FIGHT CLUB ξεκινάει με τον ανώνυμο αφηγητή μας , τον οποίο αργότερα αρχίζουμε να αποκαλούμε ‘Jack‘ λόγο κάτι αρκετά ιδιαίτερων ‘ιατρικών’ περιοδικών που ανακαλύπτει και αρχίζει να διαβάζει σε ένα εγκαταλειμμένο σπίτι, να μας διηγείται την καθημερινή του ρουτίνα, να μας περιγράφει αναλυτικά τα έπιπλα ΙΚΕΑ που κοσμούν το σπίτι του και τα οποία λατρεύει ευλαβικά, να μας λέει για το χρόνιο πρόβλημα αϋπνίας που αντιμετωπίζει και πως το ‘λύνει’ πηγαίνοντας σε συγκεντρώσεις καρκινοπαθών και άλλων ομάδων που αποτελούνται από τους ‘ταλαίπωρους’ και τα ‘θύματα’ της ζωής και του Θεού. Ο ‘Jack’ δεν έχει καρκίνο. Όμως το να βρίσκεται ανάμεσα σε εκείνους που τον έχουν του παρέχει ένα μοναδικό και απαραίτητο για εκείνον αίσθημα ανακούφισης. ‘ I wasn’t really dying. I wasn’t host to cancer or parasites. I was the warm little center that the life of this world crowded around. ‘ . Και αυτό το πολύτιμο αίσθημα εξανεμίζεται όταν σε μια από τις συναντήσεις ο ‘Jack’ συναντά μια γυναίκα ονόματι Marla Singer

Όμως η μεγάλη αλλαγή στην ζωή του αφηγητή θα έρθει όταν θα συναντήσει για πρώτη φορά, μέσα σε ένα αεροπλάνο, τον μυστηριώδη Tyler Durden. Αρχικά φαίνεται ότι η μεταξύ τους γνωριμία θα λήξει σύντομα και άδοξα, με μια αρκετά χαλαρή κουβέντα σχετικά με το ποία είναι η σωστή μέθοδος για να περάσεις δίπλα από έναν άλλο άνθρωπο όταν βρίσκεστε μαζί σε έναν στενό διάδρομο, όμως όταν ο ‘Jack’ επιστρέφει από το αεροδρόμιο και βρίσκει το πολύτιμο διαμέρισμα του, μαζί με όλα του τα λατρεμένα έπιπλα και υπάρχοντα, να έχει ανατιναχθεί ολοσχερώς θα προβεί σε μια κίνηση που θα ανατρέψει ολόκληρη την κοσμοθεωρία του.

Θα πάρει τηλέφωνο τον Tyler Durden…

thumb-1920-204781

 

‘How embarrassing… a house full of condiments and no food.’

Αναρχία, Χάος, Σαπούνι. Ο Ελληνικός υπότιτλος της νουβέλας του Chuck Palahniuk περιγράφει κυνικά αλλά και ιδανικά όλα αυτά που θα συναντήσεις μέσα στις σελίδες του FIGHT CLUB, ενός βιβλίου που κυριολεκτικά γεννήθηκε μέσα από το ξύλο, το αίμα και την κοινωνική αδιαφορία και υποκρισία.

Σύμφωνα με τον ίδιο τον Palahniuk η ιστορία του FIGHT CLUB άρχισε να φωλιάζει και να μεγαλώνει μέσα του όταν κατά την διάρκεια ενός ταξιδιού-κάμπινγκ ,που είχε κάνει κάποτε, έκανε το μεγάλο λάθος να παραπονεθεί στους διπλανούς του για την δυνατή μουσική που έπαιζε το ραδιόφωνο τους. Η απάντηση τους ήταν να τον σαπίσουν κυριολεκτικά στο ξύλο. Όταν ο δαρμένος συγγραφέας επέστρεψε στην τότε δουλεία του κανείς από τους συναδέλφους του δεν τον ρώτησε ή ανέφερε κάτι σχετικά με τα μαυρισμένα μάτια και τις μελανιές που κοσμούσαν την φάτσα του. Αντίθετα τον ρωτούσαν ‘πως τα πέρασες το σαββατοκύριακο ?’ ! Ο Palahniuk συμπέρανε ότι αυτή η αντίδραση των γύρω του (η πιο σωστά η έλλειψη της) οφείλονταν στο γεγονός ότι στην πραγματικότητα οι συνάδελφοι του απέφευγαν να τον ρωτήσουν για το τι πραγματικά συνέβη επειδή αν το έκαναν θα δημιουργούνταν ένας μικρός προσωπικός δεσμός μεταξύ τους και ότι οι συνάδελφοι του πολύ απλά δεν νοιάζονταν αρκετά για εκείνον ώστε να μπουν στην διαδικασία να χτίσουν αυτόν τον δεσμό. Μέσα από αυτή την κοινωνική αδιαφορία, υποκρισία αλλά και αμηχανία ξεπήδησε το FIGHT CLUB.

Το FIGHT CLUB για την εποχή του ήταν ένα βιβλίο ‘δυναμίτης’ και παραμένει το ίδιο εκρηκτικό ακόμη και σήμερα. Η ‘άναρχη’, ωμή και διόλου ποιητική και όμορφη γραφή του Palahniuk έμοιαζε με γροθιά στο στομάχι. Παραδόξως η πλειοψηφία των κριτικών αναγνώρισε την αξία και πρωτοτυπία του. Φυσικά υπήρξαν και οι αιώνιοι επικριτές που εστίασαν τα βέλη και τις σφαίρες τους στην ‘βία‘ που (δεν) χαρακτηρίζει το βιβλίο και στο ‘μισογυνιστικό’ και ‘macho ανδροκρατούμενο’ περιεχόμενο του. Προφανώς όλοι αυτοί δεν πήραν ποτέ τους χαμπάρι ότι ο ίδιος ο συγγραφέας τα κριτικάρει όλα αυτά με μπόλικη και εύστοχη ειρωνεία.

Θεματολογικά το FIGHT CLUB μπορεί μια τεράστια μερίδα του κοινού να το έχει συνδέσει με το ξυλίκι και τις διχασμένες προσωπικότητες όμως είναι αρκετά πιο σύνθετο από αυτό. Η νουβέλα σου προσφέρει υπαρξιακές και θρησκευτικές αναζητήσεις, αναλύει τον φόβο της θνητότητας, προσφέρει φεμινισμό, ρομάντζο αλλά και βία την οποία όμως ποτέ της δεν την επαινεί και φυσικά σατιρίζει τον υπερκαταναλωτισμό που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο ‘πολιτισμένο’ κόσμο. Όμως το βασικό θέμα που διαπραγματεύεται το FIGHT CLUB είναι ο σύγχρονος άνδρας και η θέση του στον κόσμο του σήμερα. Ποία είναι αυτή η ‘θέση’ και πως μπορεί ο καθένας μας να την βρει όταν έχουμε χάσει το μυαλό, την ψυχή και τα αρχίδια μας κάπου ανάμεσα σε δουλείες που δεν μας προσφέρουν τίποτα ψυχικά και στους καταλόγους IKEA ?

‘Πόσο ντροπιαστικό… Ένα σπίτι γεμάτο καρυκεύματα αλλά καθόλου φαΐ’. Αυτή η ατάκα-διαπίστωση του ‘Jack’ ενώ βλέπει το διαμέρισμα του να φλέγεται αιχμαλωτίζει ιδανικά ολόκληρο το πνεύμα του ‘χάρτινου’ FIGHT CLUB. Άχρηστα πράγματα τα οποία αγοράζουμε και καταναλώνουμε για να δώσουμε στην μίζερη ζωή μας την ψευδαίσθηση ενός νοήματος.

Και αυτό το πνεύμα κατόρθωσε να το αποδώσει ιδανικά και μαεστρικά το 1999 ο σκηνοθέτης David Fincher στην μεγάλη οθόνη.

Fight_club_RVB_72

 

‘Without pain, without sacrifice, we would have nothing. Like the first monkey shot into space.’

Το να μεταφέρεις το Χάος και την Αναρχία του FIGHT CLUB χωρίς ταυτόχρονα να χάσεις ή να παραλείψεις το νόημα και τους συμβολισμούς του είναι μια αρκετά δύσκολη υπόθεση. Ευτυχώς ο Fincher είχε τις σωστές αναλογίες ταλέντου, οράματος και πείσματος για να τα καταφέρει και μάλιστα σύμφωνα με τον ίδιο τον Palahniuk ο σκηνοθέτης κατόρθωσε να ‘βελτιώσει’ την ιστορία του. Το σίγουρο είναι ότι ο Fincher μπόρεσε και εμπλούτισε την ιστορία της νουβέλας με ένα σωρό εύστοχες και στιλάτες λεπτομέρειες χωρίς όμως να χαθεί σε αυτές μιας και το πνεύμα του βιβλίου είναι διάχυτο σε ολόκληρη την διάρκεια του φιλμ. Πάντως μια μεγάλη αλλαγή την έκανε καθώς μας έδωσε ένα σαφώς πιο ρομαντικό και κινηματογραφικό φινάλε από εκείνο του βιβλίου το οποίο ήταν αρκετά πιο μηδενιστικό και μπορούσε να ερμηνευτεί με διαφορετικούς τρόπους. Πάντως πλέον δύσκολα να φανταστείς σήμερα την κινηματογραφική εκδοχή χωρίς το φινάλε με τις εκρήξεις, τον ‘Jack’ να λέει στην Marla ότι όλα θα πάνε καλά και να της πιάνει το χέρι υπό τους ήχους των The Pixies.

‘You met me at a very strange time in my life.’

 

‘I Want you to hit me’

Σκηνοθετικά το FIGHT CLUB είναι άψογο και μέχρι και σήμερα παραμένει απίστευτα έντονο, γρήγορο και ας μου επιτραπεί ο όρος ‘cool‘. Από τους τίτλους αρχής και μόνο καταλαβαίνεις ότι θα παρακολουθήσεις κάτι το εξαιρετικά ιδιαίτερο, ανατρεπτικό και πρωτότυπο. Δεν θα ταν υπερβολή να πούμε ότι με το FIGHT CLUB ο Fincher δημιούργησε την δική του κινηματογραφική ‘σχολή’ που όμως κατά τραγική ειρωνεία ελάχιστοι δημιουργοί θα μπορέσουν να ακολουθήσουν τους φρενήρεις ρυθμούς της. Πανέξυπνα και απολαυστικά είναι και όλα τα μικρά ‘στοιχεία’ που μας ρίχνει σε διάφορα σημεία ο σκηνοθέτης και που αποκαλύπτουν το μεγάλο plot twist στο φινάλε ενώ και η μουσική της ταινίας τσοντάρει ιδανικά στην όλη ατμόσφαιρα.

Όπως η γραφή του βιβλίου έτσι και η σκηνοθεσία αλλά και οι ερμηνείες των συντελεστών του FIGHT CLUB χαρακτηρίζονται από έντονη ‘Αναρχία‘. Πριν ξεκινήσουν την περίφημη σκηνή του πρώτου ξύλου μεταξύ ‘Jack’ και Tyler στο πάρκινγκ ο σκηνοθέτης έπιασε τον πρωταγωνιστή Edward Norton και τον προέτρεψε να χτυπήσει στα αλήθεια τον συνάδελφο του Brad Pitt και ο Norton που είναι γνωστός για τις ερμηνευτικές του ιδιαιτερότητες υπάκουσε. Η αντίδραση πόνου από μεριάς του Pitt στην συγκεκριμένη σκηνή είναι 100% γνήσια όπως το ίδιο γνήσιο είναι και το βλέμμα ευχαρίστησης που βλέπουμε να σχηματίζεται στην φάτσα του ‘Jack’ στην συγκεκριμένη σκηνή. Και όμως όλος αυτός ο σκηνοθετικός και ερμηνευτικός ‘ανταρτοπόλεμος’ όχι μόνο δεν διέλυσε την παραγωγή αλλά δημιούργησε ένα ισχυρό δέσιμο μεταξύ των συντελεστών και ειδικά μεταξύ των Norton και Pitt κάτι που λειτούργησε ιδανικά στην μεταξύ τους χημεία επί της οθόνης.

Για τις ερμηνείες των Edward Norton και Brad Pitt ειλικρινά δεν χρειάζεται να πούμε κάτι περισσότερο. Το γεγονός ότι σήμερα οι φάτσες τους εξακολουθούν να κοσμούν αφίσες σε εφηβικά (και όχι μόνο) δωμάτια και γίνονται μπλουζάκια και γκράφιτι σε τοίχους μιλάει από μόνο του. Όμως αξίζει να κάνουμε ιδιαίτερη μνεία στην απολαυστικά εκκεντρική και ‘καμένη’ ερμηνεία της Helena Bonham Carter ως Marla Singer.

tumblr_ni6sotwfne1u6a0a7o1_500

‘Marla’s philosophy of life is that she might die at any moment. The tragedy, she said, was that she didn’t’

Το γεγονός ότι η Helena Bonham Carter όχι μόνο έχει ενεργό ρόλο σε μια ‘ανδροκρατούμενη’ ταινία, τόσο σε θέμα casting όσο και σε θεματολογίας, αλλά και ότι κατορθώνει σε αρκετές σκηνές να κλέβει την παράσταση και στο φινάλε η Marla κερδίζει το δικαίωμα να στέκεται επάξια , κυριολεκτικά και μεταφορικά, ανάμεσα στο δίδυμο ‘Jack’ και Tyler τα λέει όλα για την αξία της ερμηνείας της. Η Carter μας δίνει έναν χαρακτήρα διαλυμένο, εκκεντρικό και αυτοκαταστροφικό ταυτόχρονα όμως εκπέμπει ανεξαρτησία, δύναμη και γοητεία. Δεν είναι τυχαίο που η Marla Singer κατέληξε το υπέρτατο ‘poster child’ κάθε ‘εναλλακτικής’ έφηβης. Και να φανταστείς ότι αρχικά ο συγκεκριμένος ρόλος είχε προταθεί στην, σαφώς πιο ‘αποστειρωμένη’, Reese Witherspoon ευτυχώς όμως η τελευταία όταν διάβασε το σενάριο το απέρριψε επειδή το βρήκε ‘υπερβολικά σκοτεινό’. Η Carter αντίθετα είχε τόσο την τρέλα όσο και (ας μου επιτραπεί ξανά η έκφραση) τα αρχίδια να πάρει τον ρόλο και να μας δώσει μια από τις πιο χαρακτηριστικές γυναικείες περσόνες στην ιστορία του σύγχρονου κινηματογράφου.

Όλα τα λεφτά ήταν και το συμπληρωματικό cast με τον ροκ μουσικό Meat Loaf να ξεχωρίζει στον ρόλο του … πληθωρικού Robert Paulson και τον Jared Leto να τρώει το ξύλο της ζωής του από τα χέρια του Edward Norton ως ‘Angel Face’.

‘Hitting bottom isn’t a weekend retreat. It’s not a goddamn seminar. Stop trying to control everything and just let go! LET GO!’

Όσο παράδοξο και αν ακούγεται σήμερα το 1999 το FIGHT CLUB δεν ‘ανατίναξε’ το Box Office. Εισπρακτικά απογοήτευσε ενώ και οι κριτικές που έλαβε ήταν εξαιρετικά αμφιλεγόμενες. Από το περίφημο Κουρδιστό Πορτοκάλι του σπουδαίου Stanley Kubrick είχαν να διχαστούν τόσο οι κριτικοί. Για ακόμη μια φορά οι αρνητικές κριτικές εστιάστηκαν λανθασμένα προς την βία της ταινίας. Μερικοί κοντόφθαλμοι χρησιμοποίησαν μέχρι και την λέξη ‘ναζισμός’…. Πάντως στην εμπορική ανεπάρκεια της ταινίας πιθανότατα έπαιξε μεγάλο ρόλο και το αρκετά άστοχο μάρκετινγκ που προμόταρε το FIGHT CLUB ως ένα φιλμ ‘ξύλου‘ και μάλιστα τα πρώτα trailer παίχτηκαν κατά την διάρκεια κάτι αγώνων WWE και UFC

Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι η βιντεοκασέτα και αργότερα το dvd ήταν εκείνα που ‘έσωσαν’ το FIGHT CLUB. Η ταινία του Fincher βρήκε τον δρόμο της στις τηλεοράσεις και κέρδισε το αρχικά cult κοινό της που έσπασε τους δυο πρώτους κανόνες και ξεκίνησε να μιλάει για το FIGHT CLUB με αποτέλεσμα να φτάσουμε στην διεθνή αναγνώριση του σήμερα.

22552528_1537593632999760_6307757165217009946_n

‘I am Jack’s complete lack of surprise.’

Πριν από κάνα δυο χρόνια ο Palahniuk αποφάσισε να βγάλει και ένα sequel , με την μορφή comic, της ιστορίας που όμως τελικά μάλλον ήταν αχρείαστο. Δεν θα εκφέρω αναλυτική και απόλυτη άποψη σχετικά με την ποιότητα του comic επειδή για να είμαι ειλικρινής απλά το παράτησα ύστερα από μερικά τεύχη. Ναι ο τίτλος έγραφε ‘FIGHT CLUB 2’ ναι οι ‘Jack’, Marla και Tyler έκαναν ύστερα από χρόνια την επανεμφάνιση τους, χωμένοι με τα μούτρα ακριβώς στην ίδια καταθλιπτική ζωή που κάποτε ήθελαν με νύχια και με δόντια να αποφύγουν ή ακόμη και να την καταστρέψουν, όμως για μένα απλά αυτή η ‘συνέχεια’ δεν λειτούργησε και σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογεί την ύπαρξη της. Μάλιστα μέχρι και ο ίδιος ο συγγραφέας μου φάνηκε ότι κάπου ήταν μπερδεμένος και αναποφάσιστος σχετικά με αυτά που ήθελε να μας πει αυτή την φορά. Ίσως τελικά και ο Palahniuk να χάθηκε κάπου στον ίδιο υπερκαταναλωτικό κόσμο που τόσο πολύ σατίριζε και κριτίκαρε κάποτε…

edward-in-fight-club-edward-norton-562356_1600_900

‘It’s only after we’ve lost everything that we’re free to do anything.’

Εδώ και χρόνια το FIGHT CLUB αποτελεί αναπόσπαστο και τεράστιο κομμάτι της σύγχρονης Pop κουλτούρας. Οι εικόνες των ‘Jack’. Tyler και Marla έχουν αποτυπωθεί στο μυαλό ακόμη και εκείνων που ελάχιστη σχέση έχουν με την ιστορία του Palahniuk.  Για τους ‘οπαδούς’ το FIGHT CLUB αποτελεί πλέον θρησκεία. Δεν είναι και λίγες οι φορές που μέσα στα ζόρια ή την βαρεμάρα της καθημερινότητας ακούω μέσα μου κάποια από τα λόγια του Tyler. ‘ It could be worse. A woman could cut off your penis while you’re sleeping and toss it out the window of a moving car.’ όταν κάτι μου πάει στραβά στην δουλεία. ‘We’re a generation of men raised by women. I’m wondering if another woman is really the answer we need. ‘ όταν τσακώνομαι με την γκόμενα. ‘It’s only after we’ve lost everything that we’re free to do anything.’ όταν αναγκάζομαι για ακόμη μια φορά να την κάνω από το σπίτι νύχτα, παρατώντας όλα μου τα έπιπλα, επειδή πάλι δεν έχω να πληρώσω το νοίκι. Και φυσικά το αιώνιο ερώτημα :  ‘Now, a question of etiquette – as I pass, do I give you the ass or the crotch? ‘ όταν στριμώχνομαι για να περάσω δίπλα από κάποιον….

Το FIGHT CLUB μας έκανε για μια στιγμή να θέλουμε να πάρουμε  τα πιάτα του νοικοκυριού μας, εκείνα με τις μικρές φουσκάλες που αποδεικνύουν ότι φτιάχτηκαν χειροποίητα από δουλευταράδες ανθρώπους του οπουδήποτε, και να τα σπάσουμε. Μας έκανε να θέλουμε να ανατινάξουμε τα starbucks και να μαζευόμαστε σε μικρά γκρουπ στις γωνίες και να ψέλνουμε ‘ Το όνομα του είναι Ρόμπερτ Πώλσεν’. Είναι η επανάσταση που όλοι μας επιθυμούμε και προσμένουμε αλλά που δεν θα έρθει ποτέ επειδή φοβόμαστε να την ξεκινήσουμε, διάολε φοβόμαστε ακόμη και να την διανοηθούμε. Το FIGHT CLUB είναι ΑΝΑΡΧΙΑ. ΧΑΟΣ. ΣΑΠΟΥΝΙ.

Ο Tyler ζει μέσα μας. 

 

 

 

 

Advertisement

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: