HARDWARE : Όταν τα ρομπότ σκοτώνουν την τέχνη.

by Αντρέι Κοτσεργκίν 

‘This is Angry Bob, the man with the industrial dick, coming to you loud and clear on W.A.R. Radio with the good news and the bad news. Bad news is the heatwave’s not going to let up. It’s expected to hit ninety downtown before nightfall, although weather control keeps promising that rain is on the way. The foul up on the launch pad at terminal eight doesn’t look like it’s gonna clear for another half hour and holiday air traffic is still stacking up over the CBD and all outlying districts. But traffic control promises that if you all keep cool they’ll get you home in time for Christmas. As for the good news – There is no fucking good news! So let’s just play some music! ‘

O Iggy Pop μας παρουσιάζεται ως  ραδιοφωνικός παραγωγός ‘Angry Bob’ και μας συστήνει σε ένα μέλλον όπου η επικαιρότητα περιλαμβάνει μονάχα κακές ειδήσεις και ποτέ καλές και νομάδες με προσθετικά ρομποτικά χέρια περιπλανιούνται στην ραδιενεργή wasteland και αποζητούν το κέρδος κάτω από κόκκινους ουρανούς και κάπου ανάμεσα στα σκουριασμένα απομεινάρια της κάποτε πολιτισμένης ανθρωπότητας.

Ένας από αυτούς τους ρακοσυλλέκτες θα ανακαλύψει ένα ρομπότ θαμμένο στην άμμο. Ο ρακοσυλλέκτης, τον οποίον υποδύεται ένας εξαιρετικά creepy Carl McCoy (ναι ο ίδιος που τραγουδάει στους Fields of The Nephilim) ξεθάβει τα απομεινάρια ενός στρατιωτικού M.A.R.K. 13 μοντέλου και αποφασίζει να το πουλήσει για παλιοσίδερα. Το κεφάλι του ρομπότ δεν θα αργήσει να καταλήξει στα χέρια ενός άλλου οδοιπόρου της wasteland και πρώην στρατιώτη, του ‘Hard Mo’ Baxter, ο οποίος αποφασίζει ότι το συγκεκριμένο εύρημα θα ήταν το ιδανικό δώρο για την γκόμενα του την Jil. Η κοπέλα αν και έχει τα παράπονα της σχετικά με τον τρόπο που της φέρεται ο Mo, που θυμάται να την επισκεφτεί μονάχα όταν χρειάζεται ένα μέρος για να αναπαυτεί από τις περιπέτειες του στην ραδιενεργή έρημο, δέχεται το δώρο με μεγάλη ευχαρίστηση και μάλιστα το χρησιμοποιεί για να ολοκληρώσει ένα πολύ ιδιαίτερο γλυπτό – έργο τέχνης το οποίο δουλεύει εδώ και χρόνια. Ο αυτάρεσκος Mo κατευθείαν θα σπεύσει να πάρει τα εύσημα για τον καθοριστικό ρόλο που έπαιξε το ρομποτικό του κεφάλι στην ολοκλήρωση του γλυπτού της Jil. Εκείνο όμως που δείχνει να αγνοεί παντελώς ο πρώην στρατιώτης είναι ότι το μοντέλο M.A.R.K. 13 είναι μια αυτόνομη μηχανή Θανάτου η οποία έχει την ικανότητα να επιδιορθώνει και να συναρμολογεί ξανά τον εαυτό της και ότι η πρωταρχική του ντιρεκτίβα είναι η ολοκληρωτική εξόντωση του ανθρώπινου είδους…

MV5BZTI0NDVhNjEtOWQyNC00NGE5LWJmZjItYzkxNTRhMzAxMzZkXkEyXkFqcGdeQXVyMjUyNDk2ODc@._V1_

Ο Richard Stanley πριν αποτρελαθεί εντελώς από την ψυχοβγαλτική και σουρεαλιστική διαδικασία των γυρισμάτων του αλησμόνητου, για όλους τους λάθους λόγους, The Island of Dr. Moreau κατόρθωσε και μας έδωσε ένα cult διαμάντι επιστημονικής φαντασίας που εξετάζει την αναπόφευκτη κατρακύλα και εξαθλίωση του ανθρώπινου είδους και μας παρουσίαζε μια δυστοπία μέσα από το τρίπτυχο Sex-Drugs και Rock ‘ Roll. 

Το HARDWARE στην εποχή του χαρακτηρίστηκε ως μια ‘αντιγραφή‘ του, σαφώς πιο καλογυαλισμένου και καλοφτιαγμένου, Εξολοθρευτή του James Cameron που είχε βγει στις αίθουσες 6 χρόνακια πιο πριν. Η αλήθεια είναι ότι μετά το πρώτο TERMINATOR οποιαδήποτε μετέπειτα ταινία που θεματικά περιλάμβανε ρομπότ – φονιάδες ήταν αυτομάτως καταδικασμένη να μπει σε μια διαδικασία συγκρίσεων και φυσικά στο τέλος να χάνει την μεταλλική αυτή μάχη. Όμως παρά την κοινή πεποίθηση ότι ο Stanley στηρίχτηκε στις ιδέες του Cameron στην πραγματικότητα η βασική έμπνευση πίσω από το σενάριο του HARDWARE ήταν το περίφημο Βρετανικό περιοδικό comics 2000 AD και πιο συγκεκριμένα μια ιστορία με τον τίτλο ‘SHOK‘. Comic και ταινία μοιράζονται δυο ιστορίες τόσο πανομοιότυπες που εξαιτίας αυτού η εκδοτική εταιρεία αποφάσισε να μηνύσει τους συντελεστές της ταινίας για λογοκλοπή και μάλιστα δικαιώθηκε πανηγυρικά στο δικαστήριο. Η διαμάχη λύθηκε όταν αποφασίστηκε να δοθεί το ανάλογο credit στην εκδοτική στις μετέπειτα κυκλοφορίες της ταινίας.

To φιλμ γυρίστηκε έχοντας ένα πενιχρό μπάτζετ γύρω στις 960.000 λίρες Αγγλίας (περίπου 1,5 εκατομμύρια δολάρια) όμως ο σκηνοθέτης αξιοποιήσε στο έπακρο και την παραμικρή δεκάρα. Λόγο της οικονομικής στενότητας της παραγωγής το HARDWARE έχει αρκετά ευδιάκριτα ψεγάδια και ο μεταλλικός του σκελετός είναι σε αρκετά σημεία ‘σκουριασμένος’ όμως το φιλμ αυτό κατορθώνει μέσα από την CyberPunk αισθητική του και την τριπαρισμένη και εξαιρετικά Heavy Metal ματιά και λαλιά του να σε κάνει να μην δίνεις την παραμικρή σημασία στα όποια ‘ελαττώματα’ του. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι ο σκηνοθέτης συναρμολόγησε την ταινία του και της έδωσε ζωή μέσα από κάτι παλιοσίδερα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το έκανε και το ρομπότ του.

Θεματικά ο Stanley πολύ σοφά συγκρατείται και δεν περνάει κατευθείαν στην ρομποτική σφαγή και καταστροφή αλλά αφιερώνει ένα πολύ μεγάλο μέρος της ταινίας του στο να μας συστήσει στους χαρακτήρες του σύμπαντος του αλλά και στην τρομερή και μίζερη wasteland που τους περιβάλλει και τους πνίγει υπαρξιακά. Ο κόσμος του HARDWARE είναι ένα καταθλιπτικό και ραδιενεργό τοπίο όπου ποτέ σου δεν θα ακούσεις μια ‘καλή είδηση’ και η κοπέλα σου θα σε μετρήσει με έναν μετρητή γκάιγκερ πριν σε βάλει στο διαμέρισμα της. Οι άνθρωποι προσπαθούν μέρα – νύχτα να επιβιώσουν όπως μπορούνε ενώ καλούνται να διατηρήσουν την ανθρωπιά και τον πολιτισμό τους κάτι όμως που σε αυτό το σύμπαν φαντάζει αδύνατον. Και όμως ο κόσμος του HARDWARE δεν χαρακτηρίζεται από απόλυτη αναρχία, όπως γίνεται στις περισσότερες αναλόγου ύφους ταινίες, αλλά λειτουργεί μέσα από μια απολυταρχική κυβέρνηση που όμως για κάποιον λόγο δεν κάνει ποτέ αισθητή την πυγμή της. Και ο λόγος αυτός είναι απλός : Η κυβέρνηση σχεδιάζει να ξεκινήσει να παράγει μαζικά μοντέλα του M.A.R.K. 13 με σκοπό τον έλεγχο και την μείωση του πληθυσμού. Μια ακόμη ‘τελική λύση’ που ετοιμάζεται γίνει κεφάλαιο στην αιματηρή ιστορία του είδους μας.

Οι κοινωνικοί και πολιτικοί σχολιασμοί του Stanley γίνονται ξεκάθαροι από την αρχή όταν ο σκηνοθέτης βάζει την Jil να ‘στολίσει’ το μεταλλικό κρανίο του M.A.R.K. 13 με την Αμερικάνικη σημαία.

maxresdefault

 

Και όμως το φιλμ ποτέ δεν προσπαθεί να σε μπουκώσει με τον σχολιασμό του και ίσα, ίσα στον δίνει με μικρές και στιλάτες δόσεις. Ενώ όταν έρχεται και το κομμάτι του μεταλλικού φονικού και της σαρκικής επιβίωσης η ταινία σου παραδίδει ιδανικά άπλετο ρομποτικό τρόμο και ανθρώπινη αγωνία. Λόγο του μικρού μπάτζετ ο σκηνοθέτης αδυνατεί να βγάλει τον M.A.R.K. 13 έξω από το διαμέρισμα της Jil και το γεγονός ότι η πλειοψηφία της δράσης εξελίσσεται σε έναν μικρό και σκοτεινό χώρο συμβάλλει ιδανικά στο να σου δημιουργηθεί μια αμείωτη αίσθηση κλειστοφοβίας και απελπισίας. Επίσης ο Stanley με τα ύπουλα , μετρημένα και σκιερά πλάνα του φροντίζει να μην σου αποκαλύψει ποτέ τις τεχνικές ατέλειες του δημιουργήματος του και αντίθετα κατορθώνει να το κάνει να φαντάζει ως μια ασταμάτητη και εξαιρετικά αιμοβόρα απειλή.

Ακόμη να ξεχάσω την τρομερή σκηνή της ‘αναγέννησης’ του M.A.R.K. 13 που μέσα σε μια νύχτα επισκευάζει μεθοδικά και υπομονετικά τον εαυτό του,  αφού πρώτα αφιέρωσε την μέρα του στο να μελετήσει τα υποψήφια θύματα του, ώστε να μπορέσει να συνεχίσει το μακάβριο έργο για το οποίο τον έχουν προγραμματίσει…

 

Όμως πέραν της φονικής μηχανής και το υπόλοιπο ανθρώπινο cast λειτουργεί μια χαρά. Οι χαρακτήρες του HARDWARE χωρίς να έχουν κάποιο βαθύ Σεξπιρικό υπόβαθρο θα σε κάνουν να νιώσεις ένα δέσιμο μαζί τους. Ο Dylan McDermott μέσα από τον αυτάρεσκο και φαινομενικά σκληροτράχηλο Mo μας δίνει έναν ‘ήρωα’ που αν και στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας φαντάζει αρκετές φορές αντιπαθητικός στο φινάλε θα νιώσεις μια θλίψη για την μοίρα του. Στο πλευρό του έχει έναν ‘ζεν’ John Lynch να φοράει μονίμως τα κατάμαυρα γυαλιά ηλίου του και ως βουδιστής-πρεζάκιας Shades μας χαρίζει δυο από τα highlights της ταινίας όταν πρώτον καλείται να ‘νικήσει’ μια μεταλλική πόρτα και δεύτερον να ‘τερματίσει’ τον M.A.R.K. 13. Και φυσικά έχουμε την αληθινή ηρωίδα της ταινίας που δεν είναι άλλη από την , σαγηνευτική και απίστευτα cool Jil την οποία υποδύεται η Stacey Travis. 

Η Jil δεν είναι απόλυτα ικανοποιημένη από την σχέση της με τον Mo και θεωρεί ότι την θυμάται μονάχα όταν δεν έχει να βρει τίποτε μεταλλικές σαβούρες στις αναζητήσεις του στην wasteland και όταν χρειάζεται ένα ζεστό κρεβάτι για να κοιμηθεί. Και όμως υπάρχει μια έλξη μεταξύ τους, κυρίως σεξουαλική, που επιτρέπει σε αυτή την εύθραυστη σχέση να διατηρηθεί. Παρά την εξάρτηση που φαίνεται να έχει η Jil με τον Mo ο χαρακτήρας της ποτέ δεν περνάει στον ρόλο της απελπισμένης δεσποινίδος σε απόγνωση όπως γίνεται πολλές φορές στις ταινίες. Η Jil είναι μια νέα και δυναμική γυναίκα που μπορεί και στέκεται άνετα στα πόδια της και επιβιώνει χωρίς πραγματικά να έχει ανάγκη κάποιον άντρα. Τώρα το αν κατά καιρούς αφήνει τον Mark να ξαπλώσει ξανά στο κρεβάτι της σε καμία περίπτωση αυτό δεν αποτελεί σημάδι ‘γυναικείας αδυναμίας’ ή μισογυνισμού εκ μέρους του σκηνοθέτη. Είναι απλά η αγάπη ή έστω η έμφυτη σαρκική έλξη από την οποία ότι και να κάνεις δεν μπορείς να απαλλαγείς με το έτσι θέλω και με το να απαρνείσαι τα συναισθήματα και τις παρορμήσεις σου δεν γίνεσαι και αυτομάτως ‘φεμινίστρια’. Η Jil όταν έρχεται η κρίσιμη ώρα παίρνει την κατάσταση στα χέρια της και αυτό ακριβώς είναι που την καθιστά έναν αληθινά δυναμικό γυναικείο χαρακτήρα και μια cult ηρωίδα δράσης που αν και δεν θα αγγίξει ποτέ το mainstream στάτους μιας Elen Ripley ή μιας Sarah Connor όμως διάολε αυτή η φλογερή κοκκινομάλα πολεμίστρια-επαναστάτρια θα έχει για πάντα μια θέση στην καρδιά μας. Και τελικά μάλλον μόνο τυχαίο δεν είναι που ο εξαιρετικά creepy γείτονας της την έπαιρνε μάτι τόσο καιρό μέσα από το παράθυρο της. Κάπου εδώ να δώσουμε τα εύσημα στον ηθοποιό William Hootkins που μας χάρισε έναν από τους top πιο γλοιώδεις ψυχανώμαλους που έχουμε δει σε ταινία…

Ευτυχώς στο τέλος ο Μπάσταρδος εισέπραξε ακριβώς αυτό που του άξιζε.

 

Εδώ αξίζει να τονίσουμε την πολύ μάχιμη και ατμοσφαιρική δουλεία που έχει κάνει ο σκηνοθέτης στις σκηνές βίας, φονικού και δράσης αλλά και στην εξαιρετικά ευρηματική χρήση των φίλτρων της κάμερας του και στο παιχνίδι που κάνει με τις σκιές και τους φωτισμούς της ταινίας.

Όμως όταν μιλάει κανείς για το HARDWARE ειλικρινά είναι αδιανόητο να μην κάτσει και να αφιερώσει μια παράγραφο στην μουσική της ταινίας, που πέρα από το γεγονός ότι μας δίνει κομματάρες από τους Iggy Pop, Ministry, Motorhead και τους P.I.L. του ρεμαλιού του John Lydon, παίζει καθοριστικό ρόλο στην ατμόσφαιρα του φιλμ. Ενώ πραγματικά επικά είναι και τα cameos που κάνουν τρεις πολύ αγαπημένοι μουσικοί. Ο Iggy Pop, όπως γράψαμε στον πρόλογο, δανείζει την φωνή του στον Angry Bob , o Carl McCoy με την κουρελιασμένη και σκονισμένη CyberPunk-Wasteland-νομαδική αμφίεση του και τα κιτρινισμένα από την ραδιενέργεια μάτια του είναι μια φιγούρα που θα σε στοιχειώσει και θα σε βάλει από την αρχή στο δυστοπικό κλίμα της ταινίας. Και φυσικά έχουμε τον μακαρίτη και τιτανοτεράστιο Lemmy των Motorhead για τον οποίον τα λόγια είναι περιττά.

 

O Θεός πήρε αμοιβή ένα μπουκάλι Jack για να κάνει ουσιαστικά promo την μπάντα του και διάολε του αξίζει και με το παραπάνω ! Αξίζει να σημειωθεί ότι στην συγκεκριμένη σκηνή αρχικά υποτίθεται ότι θα κρατούσε στο ένα του χέρι ένα μπουκάλι ουίσκι και στο άλλο ένα μάγκνουμ περίστροφο όμως τελικά ο Lemmy κατέληξε να πιει όλο το μπουκάλι και να του πέσει το πιστόλι κάπου μέσα στην λίμνη. Παρά τις επίμονες και ηρωικές προσπάθειες του συνεργείου το γκάνι δεν βρέθηκε ποτέ.

O Stanley στα τέλη των 80s ζούσε στο Λονδίνο και γυρνούσε video clips για γνωστούς ροκ μουσικούς και οι γνωριμίες που έκανε σίγουρα ωφέλησαν το HARDWARE. Όμως το φιλμ αυτό είναι αρκετά πιο πολυδιάστατο από απλά μια ταινία sci-fi/Horror με ένα φρικαρισμένο ρομπότ-δολοφόνο και γαμάτη μουσική επένδυση.

Ο Richard Stanley ήταν ανέκαθεν ένας πολύ ιδιαίτερος τύπος και αυτή του η ιδιαιτερότητα φαινόταν και στον τρόπο που σκηνοθετούσε και αντιλαμβανόταν τις ταινίες του. Ο σκηνοθέτης αντιλαμβάνεται το ρομπότ του ως ένα άβουλο αντικείμενο του οποίου η φονική του μανία οφείλεται καθαρά στον προγραμματισμό του που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως μια ‘πνευματική αναζήτηση’.  Εμένα πάλι αυτό που με συνάρπαζε αλλά και που ταυτόχρονα με τρομοκρατούσε θεματολογικά σε αυτή την ταινία είναι ο τρόπος με τον οποίο ήρθε ξανά στην ‘ζωή’ ο M.A.R.K. 13.

O M.A.R.K. 13 πέφτοντας στα χέρια της Jil γίνεται κυριολεκτικά ένα μέρος της τέχνης της. Είναι το κομμάτι που ολοκληρώνει το πιο παθιασμένο και προσωπικό της γλυπτό. Και αυτό ακριβώς το έργο τέχνης αργότερα θα έρθει στην ζωή ώστε να διεκδικήσει την δική της. Υπάρχει μια απίστευτα ωμή, σκληρή αλλά και κάπως όμορφη αρτιστική δήλωση κρυμμένη στο HARDWARE , πίσω από το μέταλλο, την ανωμαλία, τον πόνο και το αίμα. Με την αναγέννηση του ο φρεσκοβαμμένος M.A.R.K. 13 συμβολίζει τα όνειρα, τους εφιάλτες, το πάθος, την φαντασία και την ανάγκη για έκφραση της Jil που εξοστρακίζονται μπροστά στα έντρομα μάτια της και έρχονται για να την καταστρέψουν. Αυτό το μοχθηρό και τοξικό μεταλλικό κρανίο εισβάλει και απορροφάει την ίδια της την δημιουργία και την στρέφει εναντίον της .

Στο τέλος το μοναδικό πράγμα που η Jil πραγματικά αγαπάει είναι εκείνο που προσπαθεί να την σκοτώσει.

 

Hardware-02

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: