Dragged Across Concrete : O Zahler γυρνάει τις ταινίες που ο Ταραντίνο δεν έχει πλέον τα αρχίδια να κάνει.

by Αντρέι Κοτσεργκίν 

O S.Craig Zahler γυρνάει τις ταινίες που ο Tarantino δεν έχει πλέον τα αρχίδια να κάνει.

Όσο και αν λατρεύω ταινίες όπως τα PULP FICTION και RESERVOIR DOGS βλέποντας την , γεμάτη σασπένς και βία, τρίτη πράξη του Dragged Across Concrete του Zahler πραγματικά έμεινα κάγκελο από την ικανότητα που έχει αυτός ο σκηνοθέτης να παντρεύει την δράση , το πιστολίδι και την καφρίλα με τους δυναμικούς χαρακτήρες και τους διαλόγους ‘ξυράφι‘. Αν ο Tarantino του σήμερα σκηνοθετούσε το Dragged πιθανότατα το φινάλε του θα ήταν ένα ξέφρενο και ασταμάτητο αιματοκύλισμα που ναι μεν θα ήταν υπέρμετρα στιλάτο όμως κατά πάσα πιθανότητα θα ‘θυσίαζε‘ την οποιαδήποτε ωμή δυναμική τόσο των χαρακτήρων όσο και της πλοκής του στον βωμό του θεάματος. Ας είμαστε ειλικρινείς, o Quentin όσο σπουδαίος και αν είναι σήμερα ποτέ του δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τις δυο πρώτες ταινίες του.

Από την άλλη ο Zahler με κάθε νέο του ‘πόνημα‘ κάνει μεθοδικά και γεμάτα από σιγουριά βήματα προς τα εμπρός. To ντεμπούτο του με τίτλο Bone Tomahawk ήταν ένα ανελέητο ‘Horror Western‘ με εξαιρετικά δυνατούς διαλόγους και με μια βία τόσο ωμή και ρεαλιστική που ο πατέρας του κολλητού μου , με τον οποίο βλέπαμε μαζί το φιλμ, στην σκηνή του διαμελισμού αναγκάστηκε να σηκωθεί από τον καναπέ και να πάει ‘για τσιγάρο’.

Τελικά δεν τον ξαναείδαμε για το υπόλοιπο της προβολής…

Το BRAWL IN CELL BLOCK 99 πάλι  ήταν μια από τς πιο αρχιδάτες ταινίες των τελευταίων ετών. Μια Exploitation ιστορία τιμής και εκδίκησης γεμάτη σπασμένα κόκαλα και διαμελισμένα κρανία.

Και να που τώρα ο Zahler μας δίνει την τρίτη και καλύτερη του μέχρι τώρα ταινία. Ο σκηνοθέτης ‘απελευθερώνει‘ τους Vince Vaughn, Jennifer Carpenter, Don Johnson και Udo Kier από την πτέρυγα 99 και αφού τους συστήσει στους Mel Gibson και Torry Kittles τους ξαμολά στους βρώμικους και βίαιους δρόμους της φανταστικής πόλης του Bulwark όπου λέξεις όπως ‘τιμή‘ και ‘διαφθορά‘ είναι απλά αναπόφευκτο να μην συγκρουστούν μεταξύ τους…

dragged-across-concrete-still-02_758_426_81_s_c1

 

Οι ντετέκτιβ Ridgeman (Mel Gibson) και Lurasetti (Vince Vaughn) κατά την διάρκεια της σύλληψης ενός Μεξικανού πρεζέμπορα καταλήγουν να ασκήσουν αστυνομική βία επάνω στον τελευταίο, μια πράξη η οποία και βιντεοσκοπείται από έναν γείτονα που αποφασίζει να δώσει το βίντεο στα κανάλια. Όπως είναι φυσικό οι δυο μπάτσοι τίθενται σε διαθεσιμότητα ενώ ο Ridgeman , ένας αστυνομικός που ασκεί το καθήκον του στους επικίνδυνους δρόμους για σχεδόν τριάντα χρόνια, χάνει την τελευταία του ευκαιρία για οποιαδήποτε μορφή προαγωγής. Έχοντας μια σύζυγο που υποφέρει από σκλήρυνση κατά πλάκας αλλά και μια έφηβη κόρη που αναγκάζεται να ζει σε μια φτωχογειτονία που είναι ένα βήμα πριν μεταμορφωθεί σε ‘γκέτο‘, επιπέδου DEATH WISH, ο Ridgeman αρχίζει να νιώθει ότι συνθλίβεται από την αποτυχία του να ‘εξελιχθεί‘ στο επάγγελμα του ενώ ταυτόχρονα αισθάνεται εξαιρετικά προδομένος τόσο από τους ανωτέρους του όσο και από την ίδια την κοινωνία την οποία επί τρεις ολόκληρες δεκαετίες προστάτευε και υπηρετούσε με συνέπεια και αυτοθυσία.

‘Είναι δυνατόν μια και μόνο οργισμένη στιγμή λανθασμένης κρίσης να στείλει στα σκουπίδια τους κόπους και το πάθος τόσων ετών ?’ βλέπουμε σε μια φάση τον Ridgeman  να αναρωτιέται ενώ ‘απολογείται‘ στον προϊστάμενο του που τυγχάνει να είναι και πρώην συνεργάτης του. Βλέποντας τον Mel Gibson να υπερασπίζεται από την μια τον εαυτό του αλλά και από την άλλη και να κάνει την αυτοκριτική του για τα λάθη του μυθοπλαστικού χαρακτήρα που υποδύεται πραγματικά δεν μπορείς να διακρίνεις παρά το απόλυτο ‘αυτοτρολάρισμα‘.

Ο Mel εδώ μέσα σε μια μόλις σκηνή κάνει τον απολογισμό του για όλα όσα έκανε και όλα όσα τράβηξε τα τελευταία χρόνια και η ‘εξομολόγηση‘ αυτή καταλήγει να φαντάζει ξεκαρδιστική αλλά συνάμα και συγκινητική.  Σε μια φάση βλέπουμε τον Ridgeman να την αράζει με τον συνεργάτη του σε ένα εστιατόριο. Ο πρώτος ακούει ένα τραγούδι στο ραδιόφωνο και προβληματίζεται από το γεγονός ότι δεν μπορεί να καταλάβει αν η φωνή που έρχεται από τα ηχεία ανήκει σε άντρα ή σε γυναίκα. Ο macho αυτός άντρας , που τον βλέπουμε κάθε λίγο και λιγάκι να καπνίζει τα τσιγάρα του λες και πρωταγωνιστεί σε παλιά διαφήμιση των Marlboro, είναι το προϊόν μιας άλλης εποχής πολύ πιο αυθόρμητης και μονόπλευρης και φαίνεται να αδυνατεί να προσαρμοστεί στα σαφώς πιο ευαίσθητα και πολιτικά ορθά δεδομένα του σήμερα. Ακριβώς όπως και εκείνοι οι καουμπόηδες που δεν μπόρεσαν να αφήσουν πίσω την αγριάδα και την αντρίλα της σκληρής Άγριας Δύσης και να προσαρμοστούν στον εκπολιτισμό της έτσι και εδώ ο Ridgeman φαίνεται ανήμπορος να κάνει το βήμα μπροστά και να γίνει ενεργό μέλος μιας σύγχρονης κοινωνίας που αποκηρρύσει τα στερεότυπα και τις βίαιες πρακτικές. Ο Ridgeman αυτή του την επιμονή στις διδαχές του παρελθόντος την πληρώνει καθώς βλέπει την οποιαδήποτε προοπτική καριέρας και εξέλιξης να πεθαίνει άδοξα.

Politics and cell phones, they’re both annoying and everywhere…‘ ακούμε τον προϊστάμενο και πρώην συνεργάτη του να λέει στον Ridgeman και στην συνέχεια να του θυμίζει το γεγονός ότι ο ίδιος ποτέ του δεν ήταν καλός στο να κάνει ‘πολιτική‘ γεγονός που τον ανάγκασε να παραμείνει για τριάντα ολόκληρα χρόνια στην θέση του απλού ντετέκτιβ που περνάει τις μέρες του στους δρόμους συλλαμβάνοντας Καθάρματα παντός είδους, μια ρουτίνα που απλά δεν γίνεται να μην ασκήσει αρνητικές επιπτώσεις στην ψυχή ενός άντρα. Ο προϊστάμενος του Ridgeman κατανοεί απόλυτα τις βίαιες πράξεις του δεύτερου όμως δεν τον αφήνει ατιμώρητο καθώς οι πράξεις αυτές πλέον έχουν αποτυπωθεί σε μια εικόνα έτοιμη για μαζική κατανάλωση και η κοινωνία που θα την καταναλώσει δεν ‘συγχωρεί‘…

Έχοντας μπει στο απόλυτο περιθώριο τόσο επαγγελματικά όσο και κοινωνικά ο Ridgeman παίρνει την απόφαση να παραβεί τον νόμο που τόσο πεισματικά και πιστά υπηρετούσε για χρόνια ολόκληρα μπας και μπορέσει να δώσει στην ταλαίπωρη οικογένεια του την ευκαιρία για μια καλύτερη ζωή. Σε αυτή του την απόφαση θα τον ακολουθήσει και ο συνεργάτης του Lurasetti αλλά για τους δικούς του σαφώς πιο επιφανειακούς λόγους. Και η ίδια ακριβώς απόφαση είναι που θα τους οδηγήσει αντιμέτωπους με τον Henry Johns (Tory Kittles). O Johns είναι ένας Αφροαμερικανός πρώην κατάδικος που ακριβώς όπως και ο Ridgeman φαίνεται αποφασισμένος να δώσει στην προβληματική του οικογένεια ένα καλύτερο αύριο. Όμως έχοντας φυλακιστεί από το σύστημα ο Johns απλά αδυνατεί να βρει μια τίμια δουλεία που θα του εξασφαλίσει τα εφόδια για αυτό το τόσο πολύτιμο ‘αύριο’. Και κάπως έτσι ο Johns καταφεύγει στην παρανομία όπου  θα βρεθεί αντιμέτωπους με τους δυο ντετέκτιβ που κάποτε υπηρετούσαν με σθένος το ίδιο ακριβώς σύστημα που τον έστειλε πίσω από τα κάγκελα.

Όμως εντελώς ειρωνικά αυτή τη φορά και οι δυο πλευρές βρίσκονται στο περιθώριο λόγο του ίδιου συστήματος…

ngzf3bfk2dd11

 

Μεγάλη μερίδα του κοινού κατηγόρησε τον Zahler ότι προωθεί τον λευκό ρατσισμό στις πρώτες δυο ταινίες του. Πολλοί τον επέκριναν για το Bone Tomahawk για το γεγονός ότι οι αιμοδιψείς και βάρβαροι ‘Τρωγλοδύτες‘ του αντιπροσωπεύουν ουσιαστικά τους γηγενείς Ινδιάνους της Αμερικής και πως μέσα από το φιλμ του δικαιολογεί την εξόντωση τους από τους λευκούς που ήθελαν να κλέψουν τον τόπο τους. Για το Brawl πάλι ο σκηνοθέτης κατηγορήθηκε για το γεγονός ότι ο κεντρικός του ‘ήρωας‘ παρουσιάζονταν ως ένας Skinhead εθνικιστής με αρχές που έπαιρνε δικαίως την σκληρή και αιματηρή του εκδίκηση από τους άξεστους και κακούς Μεξικανούς που τον αδίκησαν. Προσωπικά ποτέ μου δεν συμμερίστηκα αυτές τις κατηγορίες και τις ‘φωνές‘.

Λειτουργούν οι ταινίες του σκηνοθέτη ως κάποιο ακροδεξιό παραλήρημα ? 

Όπως το βλέπει κανείς…

Για μένα οι κοινωνικοπολιτικές ιδεολογίες του ποτέ δεν γίνονται ξεκάθαρες και αδυνατώ να τις καταδικάσω ή να τις συμμεριστώ επειδή ως θεατής επιλέγω να μην τις ψάχνω μανιωδώς σε κάθε ταινία που παρακολουθώ. Δεν έχω την απαίτηση οι χαρακτήρες μιας ταινίας να μοιράζονται τις δικές μου απόψεις και να τις ξερνάνε στο πανί. Προτιμώ να τους παρατηρώ και να τους μελετώ για το πως εκείνοι φέρονται και εκφράζονται δίχως να τους εκθειάζω ή να τους καταδικάζω για όσα πράττουν και όσα λένε. Στο τέλος πάντα θα έχω τις δικές μου απόψεις και μια ταινία δεν πρόκειται να τις αλλάξει.

Εδώ ποτέ δεν μου έγινε ξεκάθαρο αν ο σκηνοθέτης εκφράζει τις δικές του ιδεολογίες μέσα από τους χαρακτήρες του ή αν απλά μελετά απαθής τις δικές τους. Το γεγονός όμως ότι ποτέ δεν μου έδωσε την αίσθηση ότι πάει να με μπουκώσει με το ζόρι με τις ιδεολογίες του μου επιτρέπει να την αράξω στην πολυθρόνα και να απολαύσω στο έπακρο την ταινία του. Σε μια εποχή όπου ολοένα και περισσότεροι θεατές έχουν την απαίτηση από τους δημιουργούς και τα έργα τέχνης τους να μιλάνε και να συμπεριφέρονται με έναν περιορισμένο , δήθεν ‘ορθό’ τρόπο, και στην περίπτωση που αρνηθούν να το κάνουν τα καταδικάζουν ίσως να φαντάζω ως η μειοψηφία όσον αφορά τον τρόπο που αντιμετωπίζω τις κινηματογραφικές μου εμπειρίες. Όμως στην τελική στα αρχίδια μου η γνώμη του καθενός διότι αυτή είναι η δική μου εμπειρία και θα την βιώσω όπως εγώ γουστάρω. Αν η τέχνη νιώθει υποχρεωμένη να υπακούει τα θέλω και τα πρέπει μας τότε πολύ απλά παύει να είναι τέχνη. Ένας καλλιτέχνης πάντα θα πρέπει να έχει το δικαίωμα της έκφρασης του έστω και αν αυτή η έκφραση μας φαντάζει αχώνευτη.

Ο Zahler είναι ξεκάθαρα ένας σκηνοθέτης που αντλεί έμπνευση από τον κινηματογράφο περασμένων δεκαετιών. Ο τύπος αυτός μεγάλωσε βλέποντας γουέστερν στα οποία οι λευκοί ήρωες – καουμπόηδες σκότωναν κακούς Ινδιάνους αλλά και με τον βίαιο Exploitation κινηματογράφο των 60s , 70s και 80s. Ο Zahler παίρνει αυτές του τις επιρροές και τις ενσωματώνει με υπέροχο τρόπο στις ταινίες του που όμως κρίνονται ως ‘αμφιλεγόμενες‘ μόνο και μόνο επειδή βγαίνουν στο σήμερα όπου η πολιτική ορθότητα θερίζει το σινεμά σαν την χειρότερη μορφή πανούκλας.

Και όμως εκεί που οι περισσότεροι σύγχρονοι σκηνοθέτες θα έπεφταν στην παγίδα να απολογηθούν στην κοινή γνώμη για τις κατηγορίες που ακούγονται εις βάρος τους εδώ ο Zahler απλά τις παίρνει και τις πυροβολεί εν ψυχρώ στο κεφάλι διαμελίζοντας τες ολοκληρωτικά !

Και ως ‘περίστροφο’ επιλέγει να χρησιμοποιήσει τον Mel Gibson έναν άνθρωπο που έχει υποφέρει, δικαίως ή αδίκως δεν έχει σημασία, από την ίδια πολιτική ορθότητα με τον χειρότερο τρόπο…

dragged-across-concrete-trailer

 

Στο Dragged Across Concrete ο σκηνοθέτης μας δείχνει το όραμα μιας μοντέρνας Αμερικής που οι πικρόχολοι πολίτες της νιώθουν να έχουν διαχωριστεί από την υπόλοιπη κοινωνία και νιώθουν να πνίγονται από την αδικία του συστήματος. Βλέποντας τον λευκό μπάτσο του Mel Gibson και την επίσης λευκή γυναίκα του να φοβούνται για το μέλλον εκείνον και της κόρης τους σε μια γειτονία που μαστίζεται από συμμορίες ανήλικων Αφροαμερικανών αρχικά θα νιώσεις ότι ο Zahler δίνει επιτέλους ένα γερό πάτημα στους επικριτές του ώστε να έχουν αυτή τη φορά κάθε δικαίωμα να τον κρίνουν και να τον καταδικάσουν. Όμως αυτή η ‘ευκαιρία’ πάει στον βρόντο όταν ο σκηνοθέτης μας συστήνει στον Αφροαμερικανό κατάδικο Johns του εξαιρετικού εδώ Tory Kittles.

Ο άντρας αυτός αποτελεί το απόλυτο αντίθετο του Ridgeman τόσο σε φυλετικό όσο και σε ιδεολογικό επίπεδο. Και να όμως που στο φινάλε οι δυο αντίπαλοι θα διαπιστώσουν ότι μοιράζονται παρόμοιες φιλοδοξίες για μια καλύτερη ζωή αλλά και ακριβώς την ίδια πικρία απέναντι σε ένα σύστημα που είναι πεπεισμένοι ότι τους αδίκησε. Στην Αμερική του Zahler δεν έχει σημασία αν είσαι μαύρος ή λευκός , αν είσαι μπάτσος ή γκάνγκστερ στο τέλος όλες οι πλευρές νιώθουν το ίδιο αδικημένες και καταπιεσμένες και επάνω σε αυτά τους τα αισθήματα αποφασίζουν να παραβούν τον νόμο και μάλιστα ορισμένοι τιμωρούνται για αυτή τους την απόφαση με τον χειρότερο τρόπο.

Μοναδικές παραφωνίες σε αυτή την κατάσταση αποτελούν οι Villains της υπόθεσης που είναι ουσιαστικά ένα τσούρμο από εγκληματίες και φονιάδες, Γερμανικής καταγωγής, που το μοναδικό κίνητρο πίσω από τις αποτρόπαιες και φριχτές πράξεις τους είναι η παλιά καλή απληστία και ο γνήσιος σαδισμός αλλά και ο Lurasetti του Vince Vaughn που ουσιαστικά επιλέγει να ακολουθήσει τον συνεργάτη του στην παρανομία επειδή παθαίνει … κρίση μέσης ηλικίας και αποφασίζει ότι έχει ανάγκη από ‘περισσότερα‘ χωρίς όμως ποτέ του πραγματικά να ισχύει κάτι τέτοιο. Ο Lurasetti ουσιαστικά είναι ένας ακόμη άντρας που πέφτει ‘θύμα‘ μιας υπέρμετρα καταναλωτικής κοινωνίας που κάθε μέρα σου λέει ότι ‘δεν είσαι πραγματικός άντρας αν δεν μπορείς να εξασφαλίζεις κάθε μέρα ακριβές και άχρηστες μαλακίες για τα πρόσωπα που αγαπάς’

Ακριβώς όπως και ο Mel έτσι και ο Vince εδώ παρουσιάζει μια απολαυστική παρωδία του εαυτού του. Αντίθετα με τον συνεργάτη του που υποφέρει από το σύνδρομο του ‘Machismo‘ o Vince εδώ διακωμωδεί τις κατηγορίες που έχουν ακουστεί κατά καιρούς τόσο για τις πολιτικές του πεποιθήσεις όσο και για τα .., περιττά κιλά του. Ο Lurasetti του είναι ένας υποχόνδριος μπάτσος που έχει μανία με την καθαριότητα, έχει αμφιβολίες για το αν πρέπει να κάνει πρόταση γάμου στην μαύρη γκόμενα του και που κάνει μια ολόκληρη ώρα να φάει ένα σάντουιτς με πατατοσαλάτα και ζαμπόν μόνο και μόνο επειδή θέλει να το απολαύσει ! Η μετάβαση του Vince από τον θηριώδη και βίαιο χαρακτήρα του στο Brawl σε αυτόν τον ρόλο είναι πραγματικά εντυπωσιακή και μας δείχνει ότι ο Zahler ξέρει καλά πως να βγάζει μάχιμες ερμηνείες από έναν ηθοποιό που στο παρελθόν θυμίζονταν μονάχα για τις εντελώς μονοδιάστατες χαζοκωμωδίες του.

Σπουδαία δουλεία κάνει ο Kittles που εδώ κατορθώνει να μπει σφήνα ανάμεσα στους δυο μεγάλους πρωταγωνιστές και στο τέλος να κλέψει την παράσταση. Από την άλλη έχουμε και την Jennifer Carpenter να μας δίνει ίσως το πραγματικό ‘θύμα‘ της υπόθεσης μιας και ο χαρακτήρας της κάνει μια μετάβαση από την απόλυτη γελοιότητα στην ωμή τραγικότητα που πραγματικά δεν γίνεται να σε αφήσει ασυγκίνητο. Φυσικά έχουμε και τους Don Johnson και Udo Kier που αρκεί μονάχα η παρουσία τους και μόνο ώστε να μας δώσουν ενδιαφέροντες χαρακτήρες.

Όμως στο τέλος για μένα το Α και το Ω ερμηνευτικά αυτού του φιλμ είναι ο Mel Gibson. O Mel εδώ κατορθώνει να σατιρίσει υπέροχα τον εαυτό του όμως παράλληλα μας δίνει έναν χαρακτήρα που ακροβατεί μαεστρικά ανάμεσα στο Macho και το τραγικό, το παράνομο αλλά και το ηρωικό και αυτό είναι απλά σπουδαίο.

9dfc23a1d2ffb0b3076b9e54175bd414

 

“Vile, racist, Right Wing fantasy”

 

Ήδη μια μερίδα των κριτικών έχει αρχίσει να κάνει την επίθεση της στο φιλμ των Zahler και Gibson. Δεν θα μπω στην διαδικασία να αντικρούσω τέτοιου είδους κριτικές μιας και η γνώμη μου είναι ότι ο κάθε θεατής βλέπει κάθε ταινία με έναν δικό του μοναδικό τρόπο και πολλές φορές αντιλαμβάνεται τα νοήματα και τους χαρακτήρες της με βάση τα βιώματα ή τις ατζέντες και ‘ευαισθησίες‘ του. Για μένα πάντως εδώ ο Zahler ποτέ του δεν επιλέγει ξεκάθαρα μια ‘πλευρά‘. Ναι υπάρχουν ορισμένοι χαρακτήρες στην ταινία του που μπορούν να χαρακτηριστούν ως ‘Αχρείοι φασίστες’ όμως ποτέ δεν μας παρουσιάζει κανέναν τους ως ‘ήρωες‘. Μάλιστα οι περισσότεροι από αυτούς ενώ επιλέγουν να παραμείνουν πιστοί στις αξίες τους, όποιες και αν είναι αυτές, καταλήγουν να τιμωρούνται με τους πιο σκληρούς τρόπους.

Αν έτσι είναι οι ‘φασιστικές ονειρώξεις’ δώστε μου περισσότερες !

Όμως στο φινάλε το DRAGGED ACROSS CONCRETE είναι μια ταινία που δεν την λάτρεψα για την θεματολογία , η την υποτιθέμενη ατζέντα που υποτίθεται ότι θέλει να μου περάσει, αλλά για όλα όσα μου σέρβιρε στην οθόνη μου. Στην τελική το φιλμ αυτό είναι μια ανελέητη και γαμάτη μίξη Expoitation , Buddy Cop και Macho αισθητικής που μου θύμισε τις ταινίες των νεανικών μου χρόνων ενώ παράλληλα μου έδειξε ότι αυτός ο κινηματογράφος των περασμένων δεκαετιών μπορεί να υπάρξει και στο αποστειρωμένο σήμερα. Επίσης κανένας σύγχρονος σκηνοθέτης ΔΕΝ μπορεί να αποτυπώσει ένα κεφάλι που ανατινάζεται από μια σφαίρα ή από ένα βάναυσο χτύπημα με τον τρόπο που το κάνει ο Zahler και για αυτό και μόνο ο σκηνοθέτης αυτός μπαίνει στην καρδιά μου για πάντα.

Βγάινοντας από την αίθουσα η , εξίσου ενθουσιασμένη, κοπέλα μου τόλμησε να ξεστομίσει τις παρακάτω λέξεις :

‘O Zahler είναι ο νέος  Σαμ Πέκινπα…’. 

Αμέσως μετά προσπάθησε να αναιρέσει την δήλωση της φοβούμενη ότι ‘ιεροσυλεί‘ απέναντι στον σπουδαίο σκηνοθέτη των 60s και 70s και από την μια κατανοώ απόλυτα τον δισταγμό της όμως από την άλλη συμμερίζομαι και τον ενθουσιασμό της.

Ο Πέκινπα στα 60s πήρε ένα κινηματογραφικό είδος που αργοπέθαινε, όπως ήταν το γουέστερν , και του χάρισε φρέσκια αλλά και εξαιρετικά αιματηρή πνοή ζωής. Του έδωσε ‘ανθρώπινους‘ χαρακτήρες που ενώ ήταν απόκληροι και χαμένοι επιθυμούσαν να ζουν με έναν δικό τους κώδικα τιμής που θα τους καθιστούσε ‘έντιμους‘ όμως επειδή ζούσαν σε μια κοινωνία που σε αναγκάζει να συμβιβαστείς για να επιβιώσεις μέσα σε αυτή κατέληγαν να θυμίζουν Macho αντρικές φιγούρες που πάλευαν η μια την άλλη μέσα σε έναν κόσμο που διακατέχονταν από την βία και τον απόλυτο μηδενισμό.

Στο DRAGGED ACROSS CONCRETE ο Zahler κάνει ακριβώς το ίδιο πράγμα με τον Πέκινπα όμως χωρίς ποτέ του να χάνει την δική του μοναδική και εξαιρετικά βίαιη ματιά. Και ειλικρινά αν συνεχίσει έτσι ίσως τότε σε 50 χρόνια από τώρα οι φοιτητές στα τμήματα κινηματογράφου, οι κριτικοί , οι ειδικοί αλλά και εμείς οι απλοί θεατές επάνω στις κουβέντες μας περί ‘σχολής Πέκινπα’ να γυρνάμε την συζήτηση και στην ‘σχολή του S.Craig Zahler’.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: