Στο JCVD o JCVD πασχίζει να κερδίσει την κάθαρση του.

by Αντρέι Κοτσεργκίν

 

‘This movie is for me. ‘

Σπάνια ένας πρωταγωνιστής είναι τόσο ωμά ειλικρινής απέναντι στο κοινό που παρακολουθεί την ταινία του.

Στο JCVD, του σκηνοθέτη Mabrouk el Mechri, ο Ζαν Κλοντ Βαν Νταμ όχι μονάχα ‘τρολάρει‘ τον ίδιο του τον εαυτό, και την κινηματογραφική Action εικόνα του που τόσο λατρεύτηκε από τους οπαδούς, αλλά παράλληλα παλεύει να κερδίσει την ‘Κάθαρση‘ του…

giphy (1)

Εδώ ο Βαν Νταμ ερμηνεύει… Βαν Νταμ και μέσω μιας ταινίας που συνδυάζει το crime δράμα, την δράση και την σάτιρα πασχίζει όχι μόνο να μελετήσει και να δικαιολογήσει τον ‘ξεπεσμό‘ του, τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο, αλλά παράλληλα καταφεύγει και σε μια σινε-ψυχανάλυση την οποία φαίνεται να την έχει μεγάλη ανάγκη.

Το φιλμ ξεκινάει με ένα κρεσέντο από πατροπαράδοτο VANDAMAGE μόνο και μόνο ώστε στην συνέχεια να μας προσγειώσει απότομα στην σκληρή πραγματικότητα :

O Βαν Νταμ σε καμία περίπτωση πλέον ΔΕΝ είναι ο Action ήρωας και αστέρας του παρελθόντος…

 

Οι ένδοξες εποχές που ο ήρωας μας σάρωνε , σε πείσμα των κριτικών, το Box Office και απαιτούσε 20 εκατομμύρια δολάρια ώστε να πρωταγωνιστεί σε ταινίες έχουν περάσει ανεπιστρεπτί.

Το μόνο που απέμεινε είναι ένα γερασμένο και ταλαίπωρο κουφάρι που εξακολουθεί να πληρώνει το βαρύ τίμημα των κακών επιλογών και των καταχρήσεων.

‘ Ο τυπάς νομίζει ότι είναι κάποιος επειδή κάποτε έφερε τον John Woo στο Hollywood…’

Τα λόγια ενός αυτάρεσκου και άπειρου σκηνοθέτη αντηχούν ως η πιο σκληρή ‘κριτική‘ για την επαγγελματική πορεία του πρωταγωνιστή. Ο τυπάς που κάποτε μας χάριζε εργάρες σαν το BLOODSPORT πλέον είναι αναγκασμένος να παίζει σε ταινίες χαμηλού μπάτζετ και να συνεργάζεται με ανίδεους σκηνοθέτες που αγνοούν την κληρονομιά τόσο του Action κινηματογράφου περασμένων δεκαετιών όσο και εκείνη του πρωταγωνιστή τους.

Ο Βαν Νταμ εδώ δείχνει να κατανοεί, καλύτερα απ’όλους μας  , τον ξεπεσμό του σε όλα τα επίπεδα και μέσα από την ερμηνεία του πασχίζει να δικαιολογήσει αλλά και να καυτηριάσει τις αιτίες της ‘πτώσης’ του. 

1

 

Όμως όσο και να ‘τρολάρει‘ τον ίδιο του τον εαυτό ο Βαν Νταμ μέχρι και σήμερα παραμένει ένας απόλυτος ‘κάγκουρας‘.

Στο JCVD ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Mabrouk el Mechri τοποθετεί τον ηθοποιό σε μια κατάσταση ομηρίας καθώς γίνεται μάρτυρας μιας ληστείας. Μέσα από αυτή του την εμπειρία ο Βαν Νταμ εκφράζει στο κοινό του τις σκέψεις του γύρω από όλα τα στραβά που του συνέβησαν. Τον βλέπουμε να γυρνάει προς την κάμερα και να μας εξομολογείται τα πάντα γύρω από τις καταχρήσεις του, τα λάθη που έκανε σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο, τις γυναίκες που αγάπησε αλλά και για μια κόρη στην οποία καλείται να αποδείξει ότι του αξίζει να τον αποκαλεί ‘πατέρα‘.

Και όμως παρά το πεσιμιστικό , αυτοσαρκαστικό και ρεαλιστικό ύφος του JCVD στο φινάλε της ταινίας ο πρωταγωνιστής μας αδυνατεί να συγκρατηθεί και μας χαρίζει για ακόμη μια φορά την εικόνα που έχουμε όλοι μας για εκείνον… 

 

Όμως να που τελικά όλα αποδεικνύονται μια ψευδαίσθηση απόλυτου ναρκισσισμού. 

Στην πραγματικότητα ο Βαν Νταμ όντως αφοπλίζει τον ληστή όμως αυτό γίνεται με έναν εντελώς ρεαλιστικό και διόλου θεαματικό τρόπο…

Ο JCVD μπορεί να επιθυμεί να δείξει στο κοινό του ότι παραμένει ένας ‘Kickboxer‘ και αστέρας όμως στην πραγματικότητα αυτή η εικόνα έχει ξεφτίσει ανεπανόρθωτα. Όπως και να χει όμως στο φινάλε ο Βαν Νταμ θα καταλήξει να φαντάζει, έστω και για λίγες αλλά πολύτιμες για εκείνον, στιγμές ως ο απόλυτος ‘ήρωας‘.

Άκρως απολαυστική αλλά και συμβολική είναι και η σκηνή όπου ένας από τους ληστές παρακαλάει τον ‘ήρωα’ του Βαν Νταμ να του κάνει μια επίδειξη των περίφημων ικανοτήτων του και στο καπάκι προσπαθεί , ανεπιτυχώς, να μιμηθεί το είδωλό του…

 

H σεκάνς αυτή λειτουργεί ως ο πανέμορφος φόρος τιμής απέναντι στον Βαν Νταμ όμως παράλληλα αποτελεί και την απόλυτη σάτιρα απέναντι σε εκείνους τους ορκισμένους φαν που αδυνατούν να δουν τον άνθρωπο πίσω από την τιτάνια κινηματογραφική περσόνα που εκείνος δημιούργησε στα τέλη των 80s και στο μεγαλύτερο μέρος των 90s.

Όσα χρόνια και αν περάσουν και όσες ‘κακές’ ταινίες και αν δούμε από εκείνον για τους περισσότερους από εμάς ο Βαν Νταμ θα αποτελεί πάντα τον απόλυτα Badass και macho ήρωα μας.

Όπως έγραψε εκείνη την εποχή ο διαβόητος κριτικός Roger Ebert, ένας από τους πιο στυγνούς επικριτές της φιλμογραφίας του Βαν Νταμ, εδώ ο ηθοποιός ‘ λέει για τον εαυτό του πολύ χειρότερα πράγματα από ότι θα τολμούσαν να πουν οι κριτικοί για εκείνον. Το αποτέλεσμα είναι σοκαριστικά ειλικρινές.’

Ειλικρινές.

Αυτή η λέξη χαρακτηρίζει λακωνικά και ιδανικά το JCVD και τον πρωταγωνιστή του. H ειλικρίνεια που διακατέχει το JCVD δεν άφησε ανεπηρέαστο και τον συνάδελφο του Βαν Νταμ , Nicolas Cage καθώς οι καριέρες τους αν και διαφορετικές ως προς την φύση τους φαίνεται να ακολούθησαν μια παρόμοια πορεία.

Τόσο ο Nic Cage όσο και ο Βαν Νταμ είχαν μια επαγγελματική αλλά και προσωπική πορεία που θα μπορούσε, μάλλον χοντροκομμένα, να χαρακτηριστεί ως ‘από τα σαλόνια στα αλώνια’. Και οι δυο τους , ο καθένας με τον μοναδικό του τρόπο, άγγιξαν το απόλυτο σταριλίκι και την κινηματογραφική καταξίωση σε περασμένες δεκαετίες και τελικά κατέληξαν να ‘μάχονται‘ μέσα σε μικρές, και όχι πάντα ‘αξιόλογες‘, παραγωγές πασχίζοντας όχι μόνο να διασώσουν τις καριέρες τους αλλά και να ΄λυτρώσουν‘ τους εαυτούς τους από τα λάθη και τις καταχρήσεις.

Εδώ το JCVD καταλήγει να φαντάζει ως η πιο σκληρή ‘αρένα‘ στην οποία ο πρωταγωνιστής του οφείλει να νικήσει τον ίδιο του τον εαυτό για να επιτύχει την πολυπόθητη λύτρωση του… 

c86d5bdcc6c73bafcc305ac0b5e7feb1

 

Το κείμενο αυτό αποτελεί τον ‘επίλογο‘ μας στο αφιέρωμα που ξεκινήσαμε πριν από μερικούς μήνες στην φιλμογραφία του JCVD. Μια φιλμογραφία που τα τελευταία κατάστιχα της φαντάζουν αδύναμα και ίσως και αδιάφορα όμως σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να ‘πνίξουν‘ την αίσθηση απόλυτης ‘καύλας‘ που μας χάρισαν εκείνες οι ταινίες της ‘χρυσής‘ περιόδου του Βαν Νταμ.

Ξεκινώντας από το No Retreat, No Surrender , που σύστησε τον Βαν Νταμ στο κοινό του, περνώντας από το Action μεγαλείο των Lionheart και Universal Soldier και στην συνέχεια καταλήγοντας εδώ η ‘διαδρομή‘ που έκανα στα πλαίσια αυτής της αναδρομής απλά δεν γίνεται να με αφήσει ασυγκίνητο.

Μέσα από αυτό το ‘ταξίδι‘ στην φιλμογραφία του Βαν Νταμ όχι μόνο θυμήθηκα γιατί ως παιδί λάτρεψα αυτόν τον τύπο και τις ταινίες του αλλά πλέον σαν ενήλικας μπόρεσα να διακρίνω την αξιοθαύμαστη επιμονή του να εξελιχθεί σε έναν ολοκληρωμένο δημιουργό.

Ναι ο Βαν Νταμ κέρδισε τις καρδιές μας με τα αεροπλανικά Dropkicks , τα τρελά Splits, και ίσως με τον γυμνό του πισινό, όμως όπως αποδείχθηκε ήταν πολύ περισσότερα από αυτά. Ο τύπος αυτός έστηνε μόνος του τις χορογραφίες ξύλου, έγραψε πολλές από τις ιστορίες των ταινιών του, διέπρεψε ως παραγωγός και τόλμησε να κάτσει στην καρέκλα του σκηνοθέτη.

Και ναι το να ξεπέσεις από το Timecop στο The Bouncer μπορεί να φαντάζει σαν ένα σκληρό και θλιμμένο σενάριο όμως στην τελική δεν αναιρεί όλα όσα πέτυχες ή πάσχισες να πετύχεις στις παραγωγικές μέρες της ζωής σου.

Ναι ο Βαν Νταμ δεν έχει πλέον την πολυτέλεια να χαλάει δέκα χιλιάρικα την βδομάδα σε κοκαΐνη, να απαιτεί να αμείβεται με 20 μύρια για κάθε του ταινία, να ρίχνει ‘ξύλο‘ δίχως να κουράζεται και να προσμένει από τους οπαδούς του να εξακολουθούν να τον λατρεύουν σχεδόν ευλαβικά…

Όμως στο φινάλε έχει κάθε δικαίωμα να καμαρώνει για όλα όσα κατόρθωσε να επιτύχει στην ζωή του και να απολογείται για τις λάθος επιλογές του και τις ηλίθιες δηλώσεις που έχει κάνει κατά καιρούς.

Στην τελική ο Βαν Νταμ ποτέ του δεν ξέχασε από που ξεκίνησε και ποτέ του δεν έκρυψε το που ακριβώς κατέληξε.

 

‘So… America, poverty, stealing to eat… stalking producers, actors, ‘movie stars’, going to clubs hoping to see a star, with my pictures, karate magazines. It’s all I had. I didn’t speak English. But I did 20 years of karate. Cause before I wasn’t like that…This… this is me today.’

Στο JCVD o Βαν Νταμ κάνει μια ταινία για τον εαυτό του, αποδεικνύει σε όλους ότι τελικά μπορεί να ‘παίξει‘ και ταυτόχρονα επιτυγχάνει την ‘κάθαρση‘ του.

Διόλου αμελητέο κατόρθωμα για έναν παιδί που έσκασε μύτη κάποτε στην Αμερική έχοντας στην βαλίτσα του μονάχα μερικά περιοδικά καράτε , έναν πανίσχυρο εγωισμό και μια ακόρεστη δίψα για φήμη και επιτυχία… 

 

Advertisement

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: