RESIDENT EVIL 3 ‘NEMESIS’ : Το ‘STAARS’ που εξακολουθεί να στοιχειώνει τις περιπλανήσεις μας στα ερείπια της Raccoon City…

by Αντρέι Κοτσεργκίν 

‘September 28, Daylight… The monsters have overtaken the city.
Somehow… I’m still alive…’

H Jill Valentine πασχίζει να αποδράσει από την Raccoon City, μια πόλη που κατακλύζεται από τους ζωντανούς νεκρούς εξαιτίας της επιδημίας που προέκυψε από το βιολογικό όπλο με την ονομασία T-Virus. Όμως ο ιός που κατασκευάστηκε από την φαρμακευτική εταιρεία Umbrella έχει και άλλες ‘παρενέργειες‘ οι οποίες καθιστούν τα ζόμπι που κατακλύζουν τα σοκάκια μια σαφώς πιο ‘εύκολη‘ υπόθεση σε σχέση με τους αληθινούς τρόμους που καραδοκούν κάπου εκεί έξω…

Το 1999 ως παίκτες κληθήκαμε να βγάλουμε την Jill μέσα από μια αδιανόητη Κόλαση. Και όπως κάθε ‘κόλαση‘ της προκοπής έτσι και η Racoon City είχε τον ‘κέρβερο‘ της.

Στο RESIDENT EVIL #3 NEMESIS‘ τα λαϊκά μαστόρια της CAPCOM μας έδωσαν μια ακόμη καταιγιστική ιστορία επιβίωσης που χρονολογικά τοποθετούνταν ένα 24ωρο πριν τα γεγονότα εκείνου του εξίσου σπουδαίου και τρομερού δεύτερου κεφαλαίου.

Εδώ το σκηνικό φάνταζε γνώριμο αλλά και λιγάκι πιο ‘φρέσκο‘ ταυτόχρονα. Έχοντας αυτή τη φορά την Jill Valentine υπό τον έλεγχο μας καλούμασταν να βρούμε μια δίοδο διαφυγής από μια πόλη η οποία είχε πλημμυρίσει από απέθαντους κανίβαλους και άλλα πλάσματα τα οποία υπό φυσιολογικές συνθήκες δεν θα είχαν καμία θέση στον κόσμο μας. Σε αντίθεση όμως με τους ασφυκτικά κλειστοφοβικούς προκατόχους του το RE #3 πέρα από στενούς και σκοτεινούς διαδρόμους μας έριχνε σε ένα σαφώς πιο ανοιχτό σκηνικό. Τα στενά της πόλης διακρίνονταν από ερείπια, αναποδογυρισμένα και φλεγόμενα αμάξια και φυσικά από ορδές τεράτων που πάσχιζαν με όλο τους το είναι είτε να σε καταβροχθίσουν είτε απλά να σε εξαφανίσουν από προσώπου γης.

Καθώς το σύμπαν του RESIDENT EVIL μεταπηδούσε σε μια μεγαλύτερη κλίμακα η όλη φάση συντελούσε στην δημιουργία μιας σαφώς πιο χαοτικής ατμόσφαιρας…

Και όμως παρά την διεύρυνση του σκηνικού ο παράγοντας του τρόμου σε καμία περίπτωση δεν μετριάστηκε. Ίσα, ίσα αυξήθηκε και μερικά επίπεδα !

Οι δρόμοι της Raccoon City σε αυτό το τρίτο κεφάλαιο ‘ζέχνουν‘ από αποσύνθεση και εγκατάλειψη. Το μοναδικό πράγμα που συναντάς μπροστά σου, κατά την διάρκεια της εξερεύνησης, είναι μια αχαλίνωτη φρίκη.

Αυτή τη φορά όμως η ‘φρίκη‘ μετουσιώνεται και σε μια πολύ συγκεκριμένη φιγούρα. Και καθώς αυτή η θηριώδης μορφή έκανε για πρώτη φορά την εμφάνιση της το να πατήσεις εκείνο το γαμημένο ‘Enter The Police Station’ δεν φάνταζε ως μια επιλογή αλλά σαν ένας αναπόφευκτος μονόδρομος…

‘STAAARS…’

Η πρώτη συνάντηση με τον Nemesis είναι από εκείνες τις σπάνιες , φριχτές αλλά συνάμα και σπουδαίες στιγμές που θα χαραχτούν για πάντα ανεξίτηλες στις Gaming αναμνήσεις σου.

Το πλάσμα αυτό με την παρουσία του ‘στοιχειώνει‘ ολόκληρο το παιχνίδι ακόμη και όταν δεν βρίσκεται κάπου στο προσκήνιο. Ο Nemesis αποτελούσε τον κεντρικό Villain του παιχνιδιού και το γεγονός ότι μπορούσε να εμφανιστεί μπροστά σου σε τυχαίο τόπο και χρόνο τον καθιστούσε μια αστείρευτη πηγή άγχους και αγωνίας.

O Nemesis είναι ουσιαστικά ένα γενετικά τροποποιημένο όπλο της Umbrella που έχει ως μοναδικό σκοπό της ανίερης ύπαρξης του την εξόντωση των εναπομεινάντων μελών της ομάδας S.T.A.R.S. ώστε να τα εμποδίσει από το να μαρτυρήσουν στον έξω κόσμο τα απεχθή εγκλήματα μιας εταιρείας που με τα πειράματα της καταδίκασε τον πληθυσμό μιας ολόκληρης πόλης. Ο ‘κυνηγός‘ αυτός ήταν εμπνευσμένος από τον αμείλικτο ‘Εξολοθρευτή T-1000 των James Cameron και Robert Patrick τον οποίο απολαύσαμε μέσα από το TERMINATOR #2 : Judgment Day το 1991

Εξολοθρευτής‘…

Η παραπάνω λέξη περιγράφει ιδανικά και την παρουσία του Nemesis στο RESIDENT EVIL #3. Το θηριώδες αυτό πλάσμα εμφανίζονταν από το πουθενά και φάνταζε κυριολεκτικά ασταμάτητο. Μπορούσες να αδειάσεις ένα ολόκληρο γεμιστήρα επάνω του και το μοναδικό αποτέλεσμα που θα αποκόμιζες θα ήταν να το καθυστερήσεις για λίγα δευτερόλεπτα. Και ναι αυτά τα δευτερόλεπτα φάνταζαν ως ένα εξαιρετικά πολύτιμο χρονικό διάστημα όσον αφορά την επιβίωση σου όμως το γεγονός ότι τόσο τα όπλα όσο και οι σφαίρες σε καμία περίπτωση δεν σου προσφέρονταν εν αφθονία (και) σε αυτό το παιχνίδι καθιστούσε τις αναμετρήσεις με τον Nemesis μια εξαιρετικά τολμηρή ή και ηλίθια επιλογή από μεριάς σου.

Πάντως οι κινηματογραφικές επιρροές του game δεν σταματούν στο THE TERMINATOR καθώς η εισαγωγή της ιστορίας οφείλει τα μέγιστα στο The Return of The Living Dead του Dan O’Bannon ενώ εδώ η Raccoon City μοιάζει λες και έχει χτιστεί / καταστραφεί από τον ίδιο τον ‘ΜάστοραJohn Carpenter με την ίδια συνταγή που είχε ακολουθήσει στο λατρεμένο και διαχρονικό Escape From New York φιλμ του !

Ο Shinji Mikami , που είχε αναλάβει την παραγωγή και των προηγούμενων δυο κεφαλαίων του RE franchise, επιστρέφει και μαζί με το επιτελείο του φρόντισαν να κάνουν όλες τις σωστές κινήσεις. Από την μια διατήρησαν την Game Engine που κατέστησε το RESIDENT EVIL #2 μια τόσο τρομερή αλλά και απολαυστική υπόθεση και από την άλλη πέρασαν τα γραφικά από ένα γερό ‘λίφτινγκ‘. Τα ζόμπι εδώ είναι σαφώς λιγότερο pixeλιασμένα και ταιριάζουν καλύτερα με το περιβάλλον γύρω τους. Μάλιστα αυτή τη φορά ο παίχτης μπορεί και να αλληλεπιδρά με το περιβάλλον καθώς του δίνεται η δυνατότητα να πυροβολεί και να ανατινάζει διάφορα αντικείμενα, όπως βαρέλια, ώστε να προκαλεί ζημιά σε μεγαλύτερο αριθμό εχθρών ενώ προστέθηκε και ένα ‘Dodge‘ σύστημα ώστε να μπορεί να αποφεύγει επιθέσεις. Και οι δυο αυτές ικανότητες κρίνονται εξαιρετικά χρήσιμες καθώς εδώ ο αριθμός των ζόμπι που μπορούν να εμφανιστούν στην οθόνη σου έχει αυξηθεί κατακόρυφα ενώ και η A.I. τους ανέβηκε μερικές σκάλες πιο πάνω καθώς πλέον είχαν την ικανότητα να σε κυνηγούν ακόμη και επάνω στις …σκάλες. Αυξημένη ήταν και οι ποικιλία των ζόμπι που πετύχαινες μπροστά σου καθώς τα έβλεπες σε διάφορες μορφές. Την επανεμφάνιση τους έκαναν και άλλα μοχθηρά τέρατα όπως το απεχθές Licker και τα λυσσασμένα ζόμπι σκυλιά ενώ προστέθηκαν και νέα πλάσματα όπως εκείνα τα απίστευτα ενοχλητικά , και χοροπηδηχτά , Hunter Υ

Φυσικά στο φινάλε η νούμερο ένα απειλή για την οποία θα βρισκόσουν συνεχώς σε εγρήγορση δεν ήταν άλλη παρά εκείνη του θηριώδη Nemesis. Ο αποκρουστικός Μπάσταρδος που έμοιαζε με κάποιον τιγκαρισμένο στα αναβολικά ...Cenobite του HELLRAISER, μπορούσε παράλληλα να τρέξει και να σε ακολουθήσει ακόμη και μέσα από πόρτες που μέχρι πρότινος φάνταζαν ως πολύτιμα ‘δωμάτια πανικού’ για τον παίκτη. Και δεν έφτανε που αυτός ο ‘Stalker‘ άντεχε όλες σου τις επιθέσεις παράλληλα είχε και ο ίδιος μερικά ‘καλούδια‘ στο δικό του Inventory

Μιλώντας περί ‘Inventory‘ ο χώρος στο δικό σου παρέμενε απελπιστικά περιορισμένος γεγονός που καθιστούσε τον παράγοντα επιβίωση μια εξαιρετικά ζόρικη και απαιτητική υπόθεση.

Ναι το RE #3 κινούνταν σε έναν σαφώς πιο Action προσανατολισμό όμως αυτό σε καμία περίπτωση δεν σήμαινε ότι μπορούσες να το παίξεις ο ‘Ράμπο‘ της Raccoon City. Εδώ αποστολή σου δεν είναι ο ‘εξαγνισμός‘ και η αποκατάσταση της ευημερίας της πόλης σου αλλά η επιβίωση σου και η ανακάλυψη της αλήθειας πίσω από τα απεχθή και κατακριτέα πειράματα μιας πολυεθνικής.

Επάνω στον αγώνα της για σωτηρία η Jill θα αναγκαστεί να συμμαχήσει με τον Carlos Oliveira, έναν μισθοφόρο που εργάζεται για λογαριασμό της εταιρείας ως μέλος της Umbrella Biohazard Countermeasure Service. Η μονάδα αυτή έχει αποκλειστικό στόχο την ‘εκκαθάριση‘ της πόλης τόσο από τα πειράματα της Umbrella που κυκλοφορούν ανεξέλεγκτα στους δρόμους της όσο και από τους ανεπιθύμητους μάρτυρες που απειλούν το μέλλον της εταιρείας.

Αντικρίζοντας την ολοκληρωμένη εικόνα της φρίκης και της καταστροφής αλλά έχοντας υποστεί και μια προδοσία ο Carlos αποφασίζει να στραφεί ενάντια στους εργοδότες του και μάλιστα σε μια φάση καλείται με κίνδυνο της ζωής του να βρει μια θεραπεία για λογαριασμό της Jill όταν εκείνη έχει μολυνθεί από τον ιό.

Το team-up ανάμεσα σε Carlos και Jill προσθέτει μια ποικιλία στο παιχνίδι και οδηγεί τον παίκτη σε νέες συνταρακτικές αποκαλύψεις όσον αφορά τα πειράματα της Umbrella, το ιστορικό της εταιρείας αλλά και όσον αφορά τα γεγονότα που εκτυλίσσονται πέρα από τα όρια της Raccoon City.

Ως κερασάκι στην τούρτα οι δημιουργοί του game πρόσθεσαν και ένα Live Selection σύστημα, του οποίου οι επιλογές αφορούσαν κυρίως τις αναπάντεχες συναντήσεις σου με τον Nemesis, και χάρη σε αυτό μπορούσες τερματίζοντας το παιχνίδι να απολαύσεις πολλαπλά φινάλε που όμως στην ουσία δεν διέφεραν και πολύ μεταξύ τους. Η καινοτομία αυτή δεν επαναλήφθηκε στις συνέχειες του franchise σίγουρα όμως λειτούργησε ως ο ‘μπαμπάς‘ των Quick Time Events που έκαναν μερικά χρόνια αργότερα την εμφάνιση τους μέσα στο RESIDENT EVIL #4.

Πάντως έχοντας πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού σου το γεγονός ότι δεν είχες και πολλά πυρομαχικά στην διάθεση σου οι εκάστοτε επιλογές σου φάνταζαν ως μια εξαιρετικά κρίσιμη υπόθεση…

Φυσικά το RE#3 σε καμία περίπτωση δεν ήταν ένα αψεγάδιαστο παιχνίδι. Μάλιστα αρκετά από τα κουσούρια του σήμερα είναι πιο έντονα από ποτέ.

Σε ένα ακόμη κεφάλαιο του franchise το Voice Acting είναι εξαιρετικά φτωχό και σε μερικά σημεία ακούγεται εντελώς γελοίο. Τρομερή εξαίρεση αποτελεί ο Nemesis μιας και αυτό το γαμημένο το ‘STAARS‘ μέχρι και σήμερα εξακολουθεί να στοιχειώνει και να τρομοκρατεί τους παίχτες. Βέβαια το κακό Voice Acting συναντάται και στα προηγούμενα κεφάλαια του τίτλου και έτσι μπορούμε να πούμε ότι εδώ συνεχίζεται μια άτυπη ‘παράδοση‘ !

Ο Nemesis μπορεί τις πρώτες φορές που έπαιζε κανείς το game να λειτουργούσε ως το μεγαλύτερο ατού του όμως ύστερα από μερικές επαναλήψεις μπορεί να είχε και τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα. Καθώς οι εμπειρία σου μεγάλωνε οι εκάστοτε εμφανίσεις του φάνταζαν ολοένα πιο προβλέψιμες και , με την κακή έννοια, ενοχλητικές. Ακριβώς όπως πολλές από τις σύγχρονες Horror ταινίες το NEMESIS καταλήγει να υποφέρει από τα συνεχόμενα Jump Scares που υποτίθεται ότι αποτελούν και το δυνατότερο στοιχείο του. Επίσης το ‘Dodge‘ σύστημα σε αρκετές περιπτώσεις φάνταζε περισσότερο με κατάρα παρά με προτέρημα…

Όπως και να χει σε επίπεδο εικόνας για την εποχή του το RE #3 μέσα από την φρίκη του κατέληγε να είναι χάρμα οφθαλμών. Μέχρι και σήμερα η Raccoon City φαντάζει ως ο θλιβερός και τρομερός προάγγελος μιας ‘Αποκάλυψης‘ που καθώς αντικρίζεις ολοένα και περισσότερο την ολοκληρωμένη της εικόνα δεν γίνεται παρά να μην ταραχθείς στην θέα της.

To RESIDENT EVIL #3 NEMESIS‘ σηματοδοτούσε και την καταστροφή της ταλαίπωρης Raccoon City.

Στο φινάλε ένας πύραυλος με θερμοβαρική κεφαλή εξατμίζει ολόκληρη την πόλη καθώς οι Carlos και Jill απομακρύνονται με ένα ελικόπτερο προς την πολυπόθητη σωτηρία. Οι μαρτυρίες τους, σε συνδυασμό με εκείνες των υπόλοιπων επιζώντων , θα πλήγωναν την αξιοπιστία της Umbrella Corporation σε παγκόσμιο επίπεδο όμως σε καμία περίπτωση δεν θα τερμάτιζαν και την δράση της.

Επίσης η δύναμη της έκρηξης δεν θα ήταν αρκετή ώστε να κάψει ολοσχερώς τα ολέθρια πειράματα της…

To ‘NEMESIS‘ αποτέλεσε την αναπόφευκτη ‘σπρωξιά‘ που οδήγησε το RESIDENT EVIL franchise σε σαφώς πιο Action μονοπάτια ενώ παράλληλα έφερε και το τέλος μιας εποχής για την πρώτη κονσόλα του Playstation.

Σήμερα, είκοσι και κάτι χρόνια μετά, το παιχνίδι αυτό λειτουργεί ως ένα σπουδαίο και διττό κεφάλαιο μιας και ισορροπεί ιδανικά και υπέροχα ανάμεσα στον μεταφυσικό τρόμο και την δράση που είναι αναγκαία για την επιβίωση σου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: